Καθώς το πρώτο πενταετές πλάνο της Κίνας για την οικονομική ανάπτυξη πλησίαζε στο τέλος του το 1957, υπήρχαν σημάδια αστάθειας, συμπεριλαμβανομένης της μαζικής ανεργίας στις πόλεις και της ανεπαρκούς αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού στην ύπαιθρο, δεινά που η εστίαση της Κίνας στην εντατικού κεφαλαίου βαριά βιομηχανία είχε αποτύχει να αντιμετωπίσει.
Η ηγεσία του ΚΚ της Κίνας απάντησε με ένα σχέδιο για την «ταυτόχρονη ανάπτυξη» της βαριάς και της ελαφράς βιομηχανία, το οποίο θα εκπληρωνόταν εξίσου στα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο, σε μια βίαιη εκστρατεία για να κινητοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού εργατικού δυναμικού στην εντατικής εργασίας βιομηχανία και την ανάπτυξη των υποδομών. Οι στόχοι ήταν αξιέπαινοι, αλλά πώς επρόκειτο αυτό το μαζικό νέο βιομηχανικό εργατικό δυναμικό να οργανωθεί και να τραφεί;


Το «Μεγάλο Άλμα»
Ήταν αυτή η πρόκληση που ενέπνευσε την έναρξη του Μεγάλου Άλματος προς τα Εμπρός στην αρχή του 1958 – μιας καμπάνιας για να παράγονται «περισσότερα, γρηγορότερα, καλύτερα και φτηνότερα».
Στα εργοστάσια, τα ωράρια εργασίας επιμηκύνθηκαν και οι νόρμες παραγωγής αυξήθηκαν. Στις αγροτικές περιοχές, ξεκίνησαν μικρής κλίμακας βιομηχανικά έργα, το πιο γνωστό όντας οι «υψικάμινοι στις αυλές» για παραγωγή σιδήρου και χάλυβα. Οι αγρότες κινητοποιήθηκαν για μεγάλα αρδευτικά και άλλα εγγειοβελτιωτικά έργα.
Ο σχεδιασμός βασίστηκε σε προβλέψεις ότι η παραγωγή τροφίμων ανά εκτάριο θα μπορούσε να αυξηθεί γρήγορα 5 ως 20 φορές πάνω, μέσω της εισαγωγής των μεγάλης κλίμακας συλλογικών αγροκτημάτων και με τη χρήση νέων, μη δοκιμασμένων τεχνικών καλλιέργειας. Οι προβλέψεις αυτές ενέπνευσαν τον Μάο να δηλώσει ότι «η καλλιέργεια του ενός τρίτου [της γης] είναι αρκετή». Έτσι η εργασία θα μπορούσε με ασφάλεια να εκτραπεί σε βιομηχανικά έργα.
Καθώς ξετυλιγόταν η καμπάνια, μια νέα κοινωνική μορφή εφευρέθηκε –οι «λαϊκές κομμούνες»– κάθε μια από τις οποίες οργάνωνε δεκάδες χιλιάδες αγρότες για τη συλλογική αγροτική εργασία, βιομηχανική εργασία, καθώς και εγγειοβελτιωτικά έργα. Στη διάρκεια του 1958, αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια αγρότες εντάχθηκαν στις κομμούνες.
Σε γενικές γραμμές, το πρόγραμμα διαμορφώθηκε παίρνοντας σαν μοντέλο την κολεκτιβοποίηση στη Σοβιετική Ένωση υπό τον Ιωσήφ Στάλιν μετά το 1928, ένα πρόγραμμα που στόχευε να καταστήσει το κράτος ικανό να πάρει τον άμεσο έλεγχο της αγροτικής παραγωγής και να εκτρέψει ένα μεγάλο μέρος της στην υποστήριξη της εκβιομηχάνισης.
Όπως και στην Σοβιετική Ένωση, τα αποτελέσματα στην Κίνα ήταν αποθαρρυντικά. Ο εθνικός οικονομικός σχεδιασμός υποχώρησε κάτω από την οικονομική πίεση. Οι ελλείψεις πρώτων υλών και τα μπλοκαρίσματα των μεταφορών εξαπλώθηκαν. Ορισμένα σχέδια αγροτικής βιομηχανίας ρίζωσαν, αλλά η σπατάλη ήταν τεράστια, και η παραγωγή αγροτικού χάλυβα αποδείχθηκε μια δαπανηρή αποτυχία. Οι πλημμύρες και οι ξηρασίες επιδείνωσαν την κρίση.
Πιο δυσοίωνα απ’ όλα, η γεωργία σημαδεύτηκε από τις πολλές μορφές διαταραχής που προκάλεσαν οι κομμούνες και η συγκομιδή σιτηρών μειώθηκε κατά περίπου 30%. Ήδη το 1959, ολόκληρη η χώρα είχε καταληφθεί από πείνα, η οποία διήρκεσε και σε όλο το 1960. Η πείνα κόστισε εκατομμύρια θύματα. Χρειάστηκαν 15 χρόνια για να επανέλθει η κατά κεφαλή παραγωγή σιτηρών και πάλι στα προ του Μεγάλου Άλματος επίπεδα.

Λιμός και επανάσταση
Δεν είναι ασυνήθιστο η αναταραχή της επανάστασης να συνοδεύεται από μια κρίση της παραγωγής τροφίμων.
Η νεαρή ρωσική σοβιετική δημοκρατία, για παράδειγμα, γνώρισε μεγάλη πείνα στα 1920-1921. Οι αιτίες της ήταν σαφείς: επτά χρόνια καταστροφές από τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο, που είχαν οδηγήσει στην κατάρρευση της οικονομικής ανταλλαγής ανάμεσα στην πόλη και το χωριό. Η σοβιετική κυβέρνηση δημοσιοποίησε ενεργητικά αυτή την τραγωδία, καλώντας οργανώσεις βοήθειας, που είχαν συσταθεί από το παγκόσμιο εργατικό κίνημα, καθώς και φιλο-καπιταλιστικές υπηρεσίες όπως ο Αμερικανικός Οργανισμός Αρωγής με επικεφαλής το μετέπειτα πρόεδρο των ΗΠΑ Χέρμπερτ Χούβερ.
Μέσα σε λίγους μήνες, η ΕΣΣΔ θέσπισε τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), που αποκατέστησε το δικαίωμα των αγροτών να εμπορεύονται σιτηρά ελεύθερα· η γεωργική ανάκαμψη ήταν άμεση.
Αλλά η πορεία της κινεζικής επισιτιστικής κρίσης του 1959-1960 είχε περισσότερα κοινά με εκείνη στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν στην περίοδο 1932-33, όπου η αναγκαστική κολεκτιβοποίηση οδήγησε σε μια κρυμμένη πείνα η οποία στοίχισε περίπου 6 ως 8 εκατομμύρια θύματα.
Στην κινεζική περίπτωση, η επισιτιστική κρίση περιβλήθηκε από μυστικότητα. Οι υποψίες για ένα σημαντικό κινεζικό λιμό φαίνονταν εξωπραγματικές, δεδομένου ότι η κατάργηση της πείνας ήταν ένα από τα πιο περήφανα επιτεύγματα της επανάστασης. Επιπλέον, το Μεγάλο Άλμα ξεκίνησε υπό συνθήκες ειρήνης και αυξανόμενης παραγωγής. Οι εξωτερικοί παρατηρητές παραπλανήθηκαν από την κατά 50% αύξηση των εξαγωγών σιτηρών της Κίνας στη διάρκεια των χρόνων του Μεγάλου Άλματος. Ήταν μόνο μετά το θάνατο του Μάο, δύο δεκαετίες αργότερα, που η έκταση του λιμού έγινε ευρέως γνωστή έξω από την Κίνα. Δεν υπάρχει σήμερα στην Κίνα κανένα ανεξάρτητο κίνημα των εργατών και των αγροτών που να μπορεί να μας μεταδώσει την ιστορική μνήμη και την αξιολόγηση αυτής της εμπειρίας τους.
Ετοιμάζοντας αυτό το άρθρο, εστίασα σε πηγές που είναι φιλικές προς την κινεζική επανάσταση και τα επιτεύγματά της, αποφεύγοντας εκείνες που δηλητηριάζονται από αντι-κομμουνιστική προκατάληψη. Αλλά ακόμη και οι συμπαθούντες συγγραφείς αναφέρουν πολλά εμπόδια στην ανασύσταση της πορείας των γεγονότων. Μια ομάδα τριών ατόμων, λέει ότι στο πρώτο ταξίδι τους, ένας μήνας από εντατικές συνεντεύξεις δεν τους οδήγησε σε κανένα από αυτά που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν τα βασικά γεγονότα στην ιστορία του ερευνώμενου χωριού.

Οι απώλειες του Μεγάλου Άλματος
Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, η εμπειρία του Μεγάλου Άλματος έχει γίνει το επίκεντρο μιας μαινόμενης διαμάχης μεταξύ των υπερασπιστών και των επικριτών του Μάο. Χαρακτηριστική είναι η διαφωνία σχετικά με τον αριθμό των θανάτων από το λιμό.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η κινεζική κυβέρνηση δημοσίευσε δημογραφικές στατιστικές που δείχνουν σε 15 εκατομμύρια θανάτους σχετιζόμενους με το λιμό. Συγγραφείς εχθρικοί προς τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ισχυρίζονται ότι αυτό είναι μια υποβάθμιση, προσφέροντας εκτιμήσεις τόσο υψηλές όσο τα 38 εκατομμύρια.
Οι υποστηρικτές του Μάο λένε ότι όλοι αυτοί οι υπολογισμοί είναι αναξιόπιστες και προκατειλημμένες προσπάθειες να σπιλώσουν τη μνήμη του Μάο, αλλά ακόμη και αυτοί παραδέχονται ότι ένας σοβαρός λιμός έλαβε χώρα και ότι ο αριθμός των νεκρών ήταν υψηλός. Ανάμεσά τους, ο Robert Weil παραδέχεται 15.000.000 ή περισσότερους «επιπλέον θανάτους»· ο Mobo Gao αποτιμά το σύνολο σε 8.300.000· ο William Hinton εκτιμά το «δημογραφικό κενό» σε πάνω από 13 εκατομμύρια, περιλαμβανόμενης, ωστόσο, μιας μείωσης του ποσοστού των γεννήσεων.
Όπως σημειώνει ο Gao, «ακόμη και η χαμηλότερη εκτίμηση αρκετών εκατομμυρίων θανάτων δεν μπορεί να αποσιωπήσει την καταστροφή».
Οι υπερασπιστές του Μάο τονίζουν τα διαρκή επιτεύγματα των πρώτων χρόνων της Λαϊκής Δημοκρατίας, συγκρίνοντάς τα ευνοϊκά με τα διφορούμενα αποτελέσματα της πρόσφατης περιόδου. Είναι σε ισχυρό έδαφος εδώ.
Μολονότι παραδέχονται τις υπερβολές του Μεγάλου Άλματος, οι υπερασπιστές του Μάο υποστηρίζουν ότι δεν ήταν προσωπικά υπεύθυνος· άλλοι ηγέτες και υφιστάμενοι, λένε, πρέπει κυρίως να κατηγορηθούν. Ακόμα και αν αυτό είναι αλήθεια, δεν μας λέει τίποτα για τις πολιτικές του Μεγάλου Άλματος ως τέτοιες.
Επιπλέον, οι υπερασπιστές του Μάο έχουν λίγα να πουν σχετικά με τη λειτουργία και τη δομή των νεοσύστατων λαϊκών κομμούνων. Αφήνουν χωρίς αμφισβήτηση την ανάλυση που παρουσιάστηκε σε μια σειρά από πρόσφατες διεξοδικές μελέτες της ζωής του χωριού στην περίοδο του Μεγάλου Άλματος, όπως εκείνες των Edward Friedman κ.ά., του Ralph Thaxton, καθώς επίσης και του Mobo Gao.
Η κεντρική σημασία των κομμούνων, μας λένε αυτές οι μελέτες, βρισκόταν στη μεταφορά της οργάνωσης της αγροτικής εργασίας, της διάθεσης της παραγωγής των αγροτών και της ευθύνης για τη σίτιση των αγροτικών παραγωγών από την αγροτική οικογένεια σε μια διοίκηση που συνήθως βρισκόταν έξω από το χωριό και δεν υπόκεινταν στον έλεγχό του.
Τόσο μεγάλο ήταν το κύρος της κυβέρνησης ανάμεσα στους αγρότες –η κυβέρνησή τους– που αυτή η αλλαγή έγινε δεκτή με μικρή αντίσταση και οι υποσχέσεις ότι θα φέρει την ευημερία των αγροτών έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό. Αλλά το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν να διατεθούν περισσότερα τρόφιμα στις πόλεις και στους κρατικούς αξιωματούχους και λιγότερα στους αγροτικούς παραγωγούς, στερώντας τους την κερδισμένη με σκληρούς αγώνες επισιτιστική ασφάλεια.
Οι χωρικοί απαγορευόταν όχι μόνο να αγοράζουν ή να πουλούν σιτηρά, αλλά και να ασχολούνται με παρακλάδια της παραδοσιακής χειροτεχνίας, όπως η παραγωγή σχοινιού. Οι μικροί κλήροι για οικογενειακή καλλιέργεια καταργήθηκαν. Η τροφή παρεχόταν από κοινοτικές κουζίνες – μάλιστα το μαγείρεμα στο σπίτι είχε απαγορευτεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα σπίτια των αγροτών γκρεμίστηκαν (χωρίς αποζημίωση) και οι αγρότες διέμεναν σε σκηνές στα χωράφια. Οι εργασίες στους αγρούς επεκτάθηκαν σε 12 ώρες την ημέρα. Οι χωρικοί δεν μπορούσε πλέον να ταξιδεύουν χωρίς άδεια.
Οι μερίδες στις κοινοτικές κουζίνες, γενναιόδωρες αρχικά, σταδιακά μειώθηκαν σε επίπεδα πείνας. Η κομμούνα έγινε μια παγίδα: οι αγροτικές οικογένειες είχαν χάσει την πρόσβαση στις παραδοσιακές προσφυγές για να ξεπεράσουν μια επείγουσα επισιτιστική ανάγκη.
Μια μαζική καμπάνια για τη συλλογή απορριμμάτων σιδήρου για τις αγροτικές υψικαμίνους μετατράπηκε σε μια επίθεση στο αγροτικό νοικοκυριό: ακόμα και τα σιδερένια μαγειρικά σκεύη και οι μεντεσέδες από τις πόρτες κατασχέθηκαν και ρίχτηκαν στους κλιβάνους, αφήνοντας τις πόρτες να ανοιγοκλείνουν από τον άνεμο. Τραγικά, οι φούρνοι παρήγαγαν λίγο χρήσιμο υλικό και σύντομα εγκαταλείφθηκαν.
Στο μεταξύ, οι τοπικοί αξιωματούχοι αντιμετώπιζαν πίεση για να υπερβάλουν σε εκθέσεις για την απόδοση των καλλιεργειών. Πολλοί από εκείνους που επέμειναν σε αληθείς αναφορές τιμωρήθηκαν. Οι επιθετικές κρατικές προμήθειες σιτηρών άφησαν τους αγρότες με λιγότερο από το ελάχιστο που απαιτούνταν για την εξασφάλιση της ύπαρξής τους.
«Το τελικό αποτέλεσμα όλων αυτών», γράφει ο Mobo Gao, «ήταν ότι οι κάτοικοι της υπαίθρου αφέθηκαν να λιμοκτονήσουν».

*Ο Τζον Ριντέλ είναι βασισμένος στην Κίνα μαρξιστής συγγραφέας. Το παρόν είναι ένα απόσπασμα από το άρθρο του, «Η τραγωδία του “Μεγάλου Άλματος προς τα Εμπρός” της Κίνας», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 17, σελ. 285-289.