Η ατμοσφαιρική ρύπανση στην Κίνα

Under the Dome - 2015



Γυρισμένο από την πρώην δημοσιογράφο της κινεζικής κρατικής τηλεόρασης Τσάι Τζινγκ, το ντοκιμαντέρ Under the Dome εμφανίστηκε στα τέλη Φλεβάρη του 2015 σε κρατικές διαδικτυακές πηγές με μια μάλλον χλιαρή υποστήριξη από κρατικά στελέχη που ασχολούνται με το θέμα του περιβάλλοντος. Η απρόσμενη ανταπόκριση του κοινού όμως είχε ως αποτέλεσμα οι χλιαρές υποστηρίξεις να καμφθούν και η κυβέρνηση και οι αρμόδιες αρχές να το βάλουν στο στόχαστρο παρεμποδίζοντας ή αποκλείοντας την πρόσβασή του στα κινεζικά κοινωνικά δίκτυα.

Πλέον κάποια επίσημα άρθρα σε κρατικές ιστοσελίδες και εφημερίδες αναλώνονται σε μια επίθεση στην Τσάι Τζινγκ μέσω φημολογίας που δήθεν δεν υιοθετεί το μέσο ή την κατηγορία πως αποτελεί προϊόν ενός καλού marketing (αντιγράφοντας τα συνέδρια του TEDx ή και το ντοκιμαντέρ του αμερικάνου Al Gore). Αλλού η Τσάι παρουσιάζεται σαν μια μοντέρνα κομψή εργαζόμενη μητέρα που με αφορμή την περιπέτεια στην υγεία της κόρης της (ογκίδιο στους πνεύμονες ενδεχόμενα λόγω του νέφους) παίρνει τη ρεβάνς με μπόλικη δραματοποίηση, επιστημονική τεκμηρίωση και σύγχρονα μέσα απεικόνισης (Powerpoint slides, animations κ.ά.).



Αυτή η πλευρά όμως, το πώς συστήνεται η ίδια ή πού βρήκε τους πόρους, είναι ελάσσονος σημασίας σε σχέση με το αν ευσταθούν τα στοιχεία και οι αναλύσεις και προτάσεις που ακούγονται στο ντοκιμαντέρ. Επιπρόσθετα σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την απαρχαιωμένη σταλινικού τύπου απαγόρευση η οποία περισσότερο ευνοεί τους εχθρούς της Κίνας παρά την ίδια καθώς παρουσιάζονται οι ίδιοι ως φορείς της ελευθερίας όχι μόνο στους κατοίκους της Δύσης αλλά ακόμη και στους Κινέζους.

Το κύριο θέμα του ντοκιμαντέρ είναι το εμφανές, δια γυμνού οφθαλμού, στην Κίνα πρόβλημα της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα. Παρουσιάζεται σε συνάρτηση με τους δείκτες της ποσότητας αιωρούμενης σωματιδιακής ύλης PM (Particulate Matter), PM2.5. Ο συγκεκριμένος δείκτης αναφέρεται στα πολύ μικρά στερεά και υγρά σωματίδια που βρίσκονται στον ατμοσφαιρικό αέρα, προερχόμενα από φυσικές διαδικασίες ή ανθρωπογενείς δραστηριότητες και τα οποία μπορούν να αιωρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα ΡΜ10 είναι σωματίδια που έχουν αεροδυναμική διάμετρο μικρότερη ή ίση των 10μm ενώ τα ΡΜ2.5 έχουν διάμετρο μικρότερη ή ίση των 2.5μm. Κύριες πρωτογενείς πηγές των ΡΜ είναι οι εξατμίσεις των οχημάτων, οι βιομηχανίες, τα δομικά έργα και όλες οι πηγές καύσης κ.ά.

Τουλάχιστον εδώ και δύο δεκαετίες οι μετρήσεις έχουν καταστεί υποχρεωτικές και προτυποποιηθεί στις αναπτυγμένες χώρες. Διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχουν θέσει τα δικά τους, αυστηρότερα από τα διάφορα κρατικά standards για τα επιτρεπτά όρια της αιωρούμενης σωματιδιακής ύλης.

Πριν την καθολική επιβολή της μέτρησής τους οι πρώτες χώρες οι οποίες πήραν νομοθετικά μέτρα περιορισμού και τιθάσευσης της ανθρωπογενούς ρύπανσης του περιβάλλοντος λόγω εκβιομηχάνισης ήταν η Αγγλία, η οποία με αφορμή το νέφος του Λονδίνου το 1952 εισήγαγε το Clean Air Act το 1956, και οι ΗΠΑ με το Clean Air Act το 1963 λόγω της ρύπανσης της Καλιφόρνια.

Η Τσάι ρητά αναφέρει πως το πρόβλημα της Κίνας δεν ήταν, ούτε είναι μοναδικό παγκοσμίως. Ως κύριο υπαίτιο του προβλήματος αναδεικνύει τη δυσανάλογη εξάρτηση της κινεζικής οικονομίας από τον άνθρακα. Το 60% των PM2,5 οφείλεται στην καύση άνθρακα και υγρών καυσίμων από κινητήρες. Παραθέτει προς τεκμηρίωση το στατιστικό στοιχείο πως η Κίνα καταναλώνει πάνω από το μισό άνθρακα του πλανήτη, μερίδιο το οποίο καταλάμβανε η Αγγλία το 1860. Στη συνέχεια προβάλλει φωτογραφίες μασκοφόρων Άγγλων περαστικών από τη δεκαετία του 1950 για να παρουσιάσει την ομοιότητα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, καθώς δεν υπήρχαν τότε μετρήσεις της PM2,5, η κατάσταση του Λονδίνου ήταν πολύ χειρότερη από αυτή της σημερινής Κίνας με ως και δεκαπλάσιες εκπομπές. Καλύπτονται και τα προβλήματα του Λος Άντζελες στη δεκαετία του 1960 και τα μέτρα που πήρε για την επιτυχή τιθάσευσή τους.

Σε άλλο σημείο αναγνωρίζει πως και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία, το Ιράν, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν πασχίζουν στην αντιμετώπιση του ιδίου προβλήματος. Παραλείπει ωστόσο να κάνει μια σύγκριση των μετρήσεων σε αυτές τις χώρες με εκείνες της Κίνας.

Παρακάτω παραθέτουμε στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας που χρησιμοποιείται ως βασική πηγή και στο ντοκιμαντέρ. Τα στοιχεία αποδεικνύουν πως η Κίνα δεν έχει το χειρότερο δείκτη ρύπανσης αλλά την πρωτιά μάλλον την κατέχει η Ινδία. Η Κίνα σαφέστατα έχει υψηλούς δείκτες, πολύ πιο πάνω από τις αναπτυγμένες χώρες, αλλά όχι τους χειρότερους παγκοσμίως.

Στις 20 χειρότερες πόλεις από 1600 ως προς την παρουσία PM10 στον αέρα 3 είναι στο Πακιστάν, 2 στο Αφγανιστάν, 1 στο Ιράν, 4 στο Μπαχρέιν και 10 στην Ινδία με τη χειρότερη πόλη της Κίνας να βρίσκεται στην 41η θέση. Ας σημειωθεί πως η πρώτη στη λίστα, το Πεσαβάρ του Πακιστάν έχει ετήσιο μέσο όρο 540 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο ενώ το Λαντσού, η χειρότερη στην Κίνα, έχει 155.

Στις 20 χειρότερες πόλεις ως προς την PM2,5 13 είναι στην Ινδία, 3 στο Πακιστάν, 1 στο Ιράν, 1 στο Κατάρ, 1 στην Τουρκία και 1 στο Μπανγκλαντές με τη χειρότερη της Κίνας να καταλαμβάνει την 36η θέση. Πρώτη στη λίστα το Δελχί της Ινδίας, έχει ετήσιο μέσο όρο 153 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, ενώ το Λαντσού έχει 71, με το θεσπι σμένο ετήσιο όριο της ΕΕ στα 25 της Αυστραλίας στα 8 και της Κίνας στα 35.

Η κατάσταση κάθε άλλο παρά ευχάριστη είναι σε συγκεκριμένες πόλεις της Κίνας με τα όρια ρύπανσης, σύμφωνα με στοιχεία του ντοκιμαντέρ, να υπερβαίνονται:

175 μέρες το χρόνο στο Πεκίνο (25 εκ. κάτοικοι)

197 στο Τιεντσίν (14 εκ. κάτοικοι)

152 στο Σενγιάνγκ (8 εκ. κάτοικοι)

125 στο Τσενγκντού (14 εκ. κάτοικοι)

112 στο Λαντσόου (3,6 εκ. κάτοικοι)

264 στο Σιτζιατσουάν (10 εκ. κάτοικοι)

Στα δέκα χρόνια που καλύπτει το θέμα, η Τσάι αναφέρει πως το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί ξεχωρίζοντας το 2014 ως τη μόνη χρονιά που υπήρξε κάποια βελτίωση λόγω πρόσφατων νομοθετικών πρωτοβουλιών τις οποίες χαιρετίζει ως πρώτα βήματα. Πληθώρα στοιχείων παρελαύνουν από τον προτζέκτορά της για συσχετίσεις θανάτων και προβλημάτων υγείας με τη ποσότητα των PM2,5 να είναι υπεύθυνη κατά την ίδια για 500.000 θανάτους ετήσια στην Κίνα ενώ άλλες μετρήσεις σε εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά δίνουν από 250 μέχρι 650 χιλιάδες με κάποιες μελέτες να τους ανεβάζουν στα 1,2 εκατομμύρια. Ένας υψηλός δείκτης που μπορεί βέβαια να συγκριθεί με τον επίσης υψηλό αριθμό των 200 χιλιάδων πρόωρων θανάτων στις ΗΠΑ σύμφωνα με μελέτη του MIT από νοσήματα σχετιζόμενα με τη ρύπανση του αέρα και τις 370 χιλιάδες της ΕΕ σύμφωνα με έκθεση της Κομισιόν ή τις 620 χιλιάδες της Ινδίας.

Εκτός από παράθεση στοιχείων, η Τσάι συμμετέχει σε επιτόπου ελέγχους και ρεπορτάζ σε ιδιαίτερα ρυπογόνα εργοστάσια και παίρνει πάνω από μια δεκάδα συνεντεύξεις. Διαπιστώνει την ανυπαρξία τήρησης τόσο μέτρων ασφαλείας όσο και κανονισμών για τη ρύπανση. Σε πολλά από αυτά τα ρεπορτάζ έχει τη βοήθεια και συνδρομή τοπικών αξιωματούχων και πολλά από τα άτομα, Κινέζοι καθηγητές ή ερευνητές, μιλούν ανοιχτά για τη διαφθορά και αναποτελεσματικότητα του κινεζικού κράτους. Ενδεικτικά ο Τσιονγκ Γιουχούι, υπεύθυνος του επιστημονικού και τεχνολογικού τμήματος του Υπουργείου Προστασίας του Περιβάλλοντος, αναφέρει πως περισσότερο από το 60% των εργοστασίων της μεταλλευτικής βιομηχανίας δεν περνάει από αξιολογήσεις και επιθεωρήσεις. Ο ίδιος κρούει το καμπανάκι του κινδύνου ακόμα και σε κρατικά ΜΜΕ διαπιστώνοντας πως «το νέφος είναι παντού και θα ήταν είδηση αν υπήρχε ένα μέρος χωρίς νέφος».

Δεν είναι όμως μόνο η ποσοτική εξάρτηση από τον άνθρακα (περίπου 70% της συνολικής παραγόμενης ενέργειας στην Κίνα) αλλά και η ποιοτικά υποδεέστερη φύση του που δημιουργεί πρόβλημα. Γνώριμος και στην Ελλάδα ο λιγνίτης αποτελεί ένα σημαντικό προμηθευτή ενέργειας. Αν και χρησιμοποιείται επίσης στην οικολογικά πιο ευαισθητοποιημένη Γερμανία, η Τσάι αναφέρει πως εκεί υποβάλλεται σε συγκεκριμένη διαδικασία κάθαρσης, η οποία κρίνεται από ορισμένους ως εξαιρετικά δαπανηρή. Στην Αγγλία το 95% του άνθρακα που χρησιμοποιείται έχει καταστεί «καθαρός» ενώ στην Κίνα μόλις ο μισός περνάει από την κατεργασία.

Τα πρώτα δύο μέρη του ντοκιμαντέρ παρουσιάζουν το πρόβλημα εξηγώντας τα επιστημονικά δεδομένα και εκθέτοντας από πού προκαλείται και στο τρίτο και τελευταίο η Τσάι επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις για το τι μπορεί να γίνει. Εκεί δίνεται η εμπειρία της Αγγλίας και της Καλιφόρνια από την οποία μας καλεί να μάθουμε. Η λύση προκύπτει να είναι η υιοθέτηση των πολιτικών του προηγμένου καπιταλισμού που είχε αντιμετωπίσει παλιότερα το πρόβλημα. Καλεί σε μια στροφή προς άλλες πηγές ενέργειας, παραδόξως όχι στις ανανεώσιμες αλλά στο φυσικό αέριο και στο πετρέλαιο.

Παραθέτει αυτολεξεί μια πρόταση του υπουργού ενέργειας της Αγγλίας: «Η κυβέρνηση δεν πρέπει να δίνει επιχορηγήσεις σε απαρχαιωμένες, οπισθοδρομικές, ρυπογόνες και μη κερδοφόρες βιομηχανίες, πρέπει να δώσει σε νέες και καινοτόμες βιομηχανίες μια δίκαιη ευκαιρία να ανταγωνιστούν». Την ίδια ώρα φιγουράρει στον προτζέκτορα ένα ντοκιμαντέρ από την τότε κρατική εταιρεία φυσικού αερίου της Αγγλίας το 1954 με τίτλο «Guilty Chimneys»*, ως η καλύτερη πηγή ιστορικής πληροφόρησης κατά τα λεγόμενα της. Καλεί σε ανάπτυξη των τομέων του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που παράγουν μόλις το 5% της ενέργειας της Κίνας. Με το άνοιγμά τους από κρατικά μονοπώλια θα επέλθει ανταγωνισμός και γενικευμένη ανάπτυξη όπως έχει συντελεστεί σε άλλους κλάδους της σύγχρονης κινεζικής οικονομίας. Η ανάπτυξη είναι συνώνυμη με τις μεταρρυθμίσεις προς την αγορά στην Κίνα μετά το 1979 και η Τσάι δεν ξεφεύγει από αυτό το μοτίβο οπότε δεν υπάρχει λόγος να της καταλογίσει κανείς κάποια σκοπιμότητα.

Εφόσον δούλεψε για τους άλλους τομείς δεν βλέπει γιατί να μη δουλέψει και στη βιομηχανία του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Το σύνολο των ακαδημαϊκών, ερευνητών και πολιτικών που εμφανίζονται στο ντοκιμαντέρ συμφωνούν με τη μεταρρύθμιση προς την αγορά ως μέθοδο απεμπλοκής από τον άνθρακα και από τις κρατικές επιχορηγήσεις και τα μονοπώλια. Οι εργαζόμενοι, καταλήγει η ενότητα, θα απασχοληθούν στους νέους αναπτυσσόμενους τομείς όπως έγινε και στην Αγγλία.

Από την αναποτελεσματικότητα του κρατικού τομέα μεταφερόμαστε στην επιτυχή εποπτική και αστυνομική λειτουργία του στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Η Τσάι μαζί με αστυνομικούς διεξάγουν ελέγχους και επιβάλλουν πρόστιμα επί τόπου σε Μεξικανούς φορτηγατζήδες που δεν έχουν τις νόμιμες κάρτες εκπομπών αερίων. Παρουσιάζει τα αυστηρά μέτρα και τσουχτερά πρόστιμα για όλα τα οχήματα που έχει επιβάλλει το αμερικανικό κράτος σε αντιπαραβολή με την ανυπαρξία τους στην Κίνα και το «λάδωμα» κρατικών αξιωματούχων από κατασκευαστές και επιχειρηματίες για να αποφύγουν τα χειρότερα.

Τέλος, στην απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και το αμείλικτα εφαρμοζόμενο νομοθετικό πλαίσιο έρχεται να προστεθεί και η ατομική ευαισθητοποίηση του κάθε πολίτη. Κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα της προώθησης της ομολογουμένως υψηλής οικολογικής συνείδησης η Τσάι παροτρύνει τους πάντες να αξιοποιήσουν τη νεοσυσταθείσα υπηρεσία καταγγελίας αλόγιστης ρύπανσης από επιχειρήσεις. Στα πλαίσια της μικροοικονομίας το 6% και το 15% της PM2,5 οφείλεται αντίστοιχα στην εστίαση και στη σκόνη από οικοδομικές εργασίες. Με απλές παρεμβάσεις η Τσάι ενημερώνει τις αρχές ή τραβάει βίντεο με το κινητό της ώστε να διορθώνουν προβλήματα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Καταφέρνει να τοποθετηθούν φίλτρα σε κουζίνες που ο νόμος επιβάλλει και στην Κίνα να υπάρχουν αλλά δεν εγκαθίστανται λόγω ολιγωρίας ή εξοικονόμησης μέτριων ποσών ή απλώς αδιαφορίας και να καλυφθούν μπάζα και σκόνες σε οικοδομές.

Η δράση, υπογραμμίζει η ίδια, προϋποθέτει την ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση ώστε να ενημερωθεί το κοινό. Εδώ καταγγέλλει την αδυναμία μη κερδοσκοπικών οργανισμών να προσφύγουν στο δικαστήριο ενάντια σε επιχειρήσεις και κρατικά μεγαθήρια για περιπτώσεις ρύπανσης. Εμβόλιμα προβάλλεται ένα animation της οργάνωσης «Φίλοι της Φύσης», μιας ΜΚΟ της Κίνας, μερικοί υποστηρικτές της οποίας έχουν φυλακιστεί, για την ευαισθητοποίηση του κοινού.


*Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η στροφή της Βρετανίας από τον άνθρακα προς το φυσικό αέριο έγινε με τις υποδομές του φυσικού αερίου να είναι κρατικές από το 1949 ως το 1986 και μετέπειτα επήλθε η ιδιωτικοποίηση του τομέα. Γεγονός που παραλείπει να αναφέρει η Τσάι.

* Το παρόν είναι απόσπασμα του άρθρου του Ορέστη Λουκά «Μια εικόνα της σύγχρονης Κίνας μέσα από τα ντοκιμαντέρ και τις στατιστικές».