Λαοκρατική δημοκρατία και εξουσία του προλεταριάτου
Υπόθεση εργασίας για μια μαρξιστική πολιτική θεωρία της μετάβασης

του Αλέξανδρου Χρύση*

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
Ορισμένες διευκρινίσεις, πριν προχωρήσω στη διαπραγμάτευση του αντικειμένου μου, είναι, κατά την κρίση μου, απαραίτητες.
1. Οφείλω, κατά πρώτον, να ενημερώσω τον αναγνώστη ότι το άρθρο που ακολουθεί εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης και συνεχούς ενασχόλησής μου με τη θεματική «Μαρξισμός και Δημοκρατία». Αποτελεί ουσιαστικά επαναφορά και περαιτέρω επεξεργασία δύο σχετικά πρόσφατων παρεμβάσεών μου για τη λαοκρατική δημοκρατία ως κρίσιμη έννοια για μια σύγχρονη μαρξιστική θεωρία της μετάβασης. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στη συμβολή μου στο συλλογικό τόμο Θεωρία της Μετάβασης και Σοσιαλιστική Εναλλακτική με θέμα «Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ως μετάβαση» –μια ανάλυση με αφετηρία την εισαγωγή που έγραψε ο Engels το 1895 για την επανέκδοση των Ταξικών Αγώνων στη Γαλλία του Marx– και στη διάλεξή μου με θέμα «Marx, Engels και λαοκρατική δημοκρατία: και πάλι για τη μετάβαση», που παρουσιάστηκε στην ημερίδα με θέμα «Εναλλακτικές μορφές δημοκρατίας», την οποία συνδιοργάνωσαν το Μάιο του 2015 ο Όμιλος Μαρξιστικών Ερευνών και ο σύλλογος για τη διάδοση της μαρξιστικής σκέψης «Γ. Κορδάτος».1


2. Θα μπορούσε να εκληφθεί, ίσως, ως νοσταλγική και θλιβερή ταυτόχρονα διαπίστωση, το γεγονός ότι, ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1980 πολλαπλές ήταν οι θεωρητικές αναλύσεις και οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις για το ζήτημα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, στην εποχή μας, αντιθέτως, η μετάβαση, που έχει αφήσει ήδη το στίγμα της στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, είναι αυτή της πορείας από τα καθεστώτα του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού” στα σχετικά νεόκοπα καπιταλιστικά καθεστώτα των χωρών της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Είναι, μάλιστα, τέτοια η δυναμική αυτής της αντίστροφης φοράς των πραγμάτων, ώστε δε θα δημιουργούσε έκπληξη ο ισχυρισμός ότι στις μέρες μας αγγίζει τα σύνορα της “χώρας του ποτέ”, της ου-τοπίας, ένας πολιτικός θεωρητικός στοχασμός με θέμα μια μαρξιστική θεωρία της μετάβασης από τον καπιταλιστικό στον κομμουνιστικό κοινωνικό σχηματισμό.


Και όμως, σε πείσμα του όποιου κινδύνου απώλειας επαφής με την ίδια την πραγματικότητα, αξίζει, θαρρώ, εμείς, που δεν πιστεύουμε στο αστικό ιδεολόγημα περί του τέλους της Ιστορίας, να συνεχίσουμε και να αναβαθμίσουμε την αναζήτηση των μορφών εκείνων που, με όρους μαρξιστικής πολιτικής θεωρίας/ θεωρίας του κράτους, καθιστούν ακόμη και σήμερα, ίσως κατεξοχήν σήμερα, συγκεκριμένη τη δυνατότητα της μετάβασης από την αστική στην κομμουνιστική κοινωνία, από την αστική στην προλεταριακή δημοκρατία.
Από την πλευρά μου, στις γραμμές που ακολουθούν, επιλέγω να εστιάσω την προσοχή μου στη διαλεκτική της “λαοκρατικής δημοκρατίας” ως της μορφής εκείνης, με την οποία τείνει προς το όριό της η επαναστατική μετατροπή της αστικής σε εργατική πολιτική εξουσία.


3. Τούτου δοθέντος, πρόκειται να προσεγγίσω τη λαοκρατική δημοκρατία (demokratische Republik) διαμέσου μιας διπλής οριοθέτησης: αφενός μεν στη σχέση της ως μορφής προς το περιεχόμενο της πολιτικής εξουσίας του προλεταριάτου, περιεχόμενο που έχει καταγραφεί στην ιστορία των ιδεών και των κινημάτων με τον πολύπαθο όρο “δικτατορία του προλεταριάτου”· αφετέρου στην αντίστιξή της προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία ως πολιτειακής μορφής της πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης.


4. Με δεδομένο το ευρύτατο φάσμα της σχετικής βιβλιογραφίας και αρθρογραφίας, αφενός, και τα στενά περιθώρια ανάπτυξης του ζητήματος στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, αφετέρου, θα περιοριστώ, κατά βάση, στην αξιοποίηση συναφών προς το θέμα κλασικών κειμένων του Marx και του Engels, καθώς επίσης και σημαντικών, κατά την εκτίμησή μου, σχετικών αναφορών και προσεγγίσεων του Λένιν, με έμφαση σε διατυπώσεις και αναλύσεις του της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου Μαρτίου-Οκτωβρίου 1917.2
Κατά τα λοιπά, αρκούμαι να επισημάνω ότι στο πλαίσιο της θεματικής μιας μαρξιστικής πολιτικής θεωρίας της μετάβασης, πέραν ωστόσο των ορίων αυτού του άρθρου, αυτοτελούς διαπραγμάτευσης χρήζουν, μεταξύ πλήθους άλλων,


α) επεξεργασίες σχετικές με το ζήτημα των ενιαίων μετώπων της περιόδου των αρχών της δεκαετίας του 1920 με έμφαση στα ντοκουμέντα του 3ου και κυρίως του 4ου συνεδρίου της Γ΄ Διεθνούς,
β) θεωρητικές μελέτες και πολιτικές αποφάσεις που συνδέονται με την τακτική των λαϊκών μετώπων στη δεκαετία του 1930 και
γ) ένας όγκος θεωρητικού υλικού που περιστρέφεται γύρω από το θέμα του “δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό”, υλικό που πυκνώνει ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1970 στους κόλπους του λεγόμενου ευρωκομμουνισμού, δεξιού και αριστερού, με κορυφαία συμβολή στη συγκεκριμένη θεματογραφία αυτή του Νίκου Πουλαντζά, αλλά και κλασικές στο είδος τις συγγραφές του Althusser και του Balibar με θέμα τη δικτατορία του προλεταριάτου ως όρου και ως περιεχομένου.


ΙΙ. ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ & ΛΑΟΚΡΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΣΧΕΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ & ΜΟΡΦΗΣ


Αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση και αξιοποίηση της έννοιας της “λαοκρατικής δημοκρατίας”, μέσα από το πρίσμα των αναγκών και στην προοπτική ενός διεθνούς και εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος, ο συσχετισμός της με αυτή της “δικτατορίας του προλεταριάτου”. Ακόμη ειδικότερα, απαιτείται, κατά την εκτίμησή μου, η προσέγγιση των δύο εννοιών –“λαοκρατική δημοκρατία” και “δικτατορία του προλεταριάτου”– στη συνάφειά τους ως διαλεκτικής σχέσης μορφής και περιεχομένου, σχέσης θεμελιώδους και για μια μαρξιστική θεωρία του κράτους και της επανάστασης.


Δεν έχει ασφαλώς νόημα, στα όρια τουλάχιστον του συγκεκριμένου άρθρου, μια λεπτομερής καταγραφή των περιπτώσεων, κατά τις οποίες ο Marx και ο Engels χρησιμοποίησαν τον όρο “δικτατορία του προλεταριάτου”.3 Έχει ιδιαίτερη σημασία, ωστόσο, να διατυπώσουμε με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια το σημασιολογικό φορτίο της έννοιας, όπως αυτό αναδεικνύεται, καταρχήν και κατά πρώτον από τον ίδιο τον Marx.

Ας ανακαλέσουμε στη μνήμη μας την κλασική και πολυσυζητημένη προσέγγιση του Marx, όπως αυτή καταγράφεται στην Κριτική του Προγράμματος της Gotha:
«Μεταξύ της καπιταλιστικής και της κομμουνιστικής κοινωνίας υπάρχει η περίοδος της επαναστατικής μεταβολής της πρώτης στη δεύτερη. Στην περίοδο αυτή αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, της οποίας το κράτος δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου.»4 (η έμφαση δική μου)
Δεν πρέπει, λοιπόν, να υποτιμάται το γεγονός ότι στην αντίστιξή της προς την πολιτική εξουσία, και με αυτή την έννοια τη δικτατορία της αστικής τάξης, ανεξαρτήτως μορφής πολιτεύματος, η δικτατορία του προλεταριάτου ως εξουσία του προλεταριάτου συνιστά αναγκαία “στιγμή” της διαλεκτικής της πάλης των τάξεων και πολιτική διαδικασία επαναστατικού μετασχηματισμού της αστικής κοινωνίας σε κομμουνιστική.5


Επιπλέον, και ενόψει όσων θα διερευνηθούν στη συνέχεια, είναι σκόπιμο στο σημείο αυτό της ανάλυσής μας να διατυπωθεί ρητά η υπόθεση εργασίας, σύμφωνα με την οποία τόσο για τον Marx, όσο και για τον Engels, o όρος “δικτατορία του προλεταριάτου” περιγράφει το περιεχόμενο και όχι τη μορφή της πολιτικής εξουσίας του προλεταριάτου. “Δικτατορία του προλεταριάτου” ως αντίστιξη προς τη “δικτατορία της αστικής τάξης” είναι όρος συνώνυμος της εξουσίας του προλεταριάτου και των συμμάχων του, εξουσίας μιας μετωπικής κοινωνικής πλειοψηφίας, με ηγεμονικό στους κόλπους της το ρόλο του προλεταριάτου, σε αντίθεση προς την εξουσία της αστικής τάξης, την ταξική δικτατορία μιας κοινωνικής μειοψηφίας, και μάλιστα ανεξαρτήτως της πολιτειακής μορφής που προσλαμβάνει αυτή η εξουσία.6


Άλλωστε, το γεγονός ότι, από μαρξιστική άποψη, η δικτατορία του προλεταριάτου διακρίνεται κάθετα από την άνωθεν και αυταρχική επιβολή πολιτικής βούλησης μιας μειοψηφίας επί του κοινωνικού σώματος προκύπτει ανάγλυφα και από την κριτική που άσκησαν εναντίον των θέσεων του Blanqui και των οπαδών του τόσο ο Marx και ο Engels, όσο και κορυφαίοι μαρξιστές, όπως ο Λένιν.


Αρκούμαι σε μια ενδεικτική επιλογή από το κείμενο του Engels για το «Πρόγραμμα των μπλανκιστών προσφύγων της Κομμούνας»:
«Καθώς ο Blanqui θεωρεί κάθε επανάσταση ως πραξικόπημα μιας μικρής επαναστατικής μειοψηφίας, προκύπτει αυτομάτως ότι τη νίκη του πρέπει να ακολουθήσει αναπόφευκτα η εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας –ας σημειωθεί σαφώς, όχι ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, αλλά ενός μικρού αριθμού αυτών που κατόρθωσαν το πραξικόπημα και που είναι οι ίδιοι οργανωμένοι, καταρχάς, με τη μορφή της δικτατορίας ενός ή μερικών ατόμων.»7


Ας το επαναλάβουμε με διαφορετική διατύπωση: η διάκριση δικτατορίας του προλεταριάτου και δικτατορίας της αστικής τάξης, στο πλαίσιο μιας μαρξιστικής θεωρίας του κράτους, είναι διάκριση ταξικού περιεχομένου της εξουσίας και όχι διάκριση που αφορά τη μορφή του πολιτεύματος.


Υπό μια τέτοια οπτική γωνία και μόνο μπορεί να γίνουν κατανοητές χαρακτηριστικές διατυπώσεις του Marx, όπως αυτή που συναντούμε, για παράδειγμα, στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία:
«Απορρίπτοντας το γενικό εκλογικό δικαίωμα, με το οποίο είχε περιβληθεί ως τώρα και από το οποίο αντλούσε την παντοδυναμία της, η αστική τάξη ομολογεί ανοικτά ότι: “Η δικτατορία μας ως τώρα έχει υπάρξει χάρη στη θέληση του λαού, και πρέπει τώρα να στερεωθεί ενάντια στη θέληση του λαού”.»8


Την κρίσιμη αυτή διάκριση μορφής και περιεχομένου επιμένουν να “αγνοούν” μέχρι τις μέρες μας όχι μόνον οι ακαδημαϊκοί εκπρόσωποι και οι ιδεολογικοί προπαγανδιστές του φιλελευθερισμού, αντιμετωπίζοντας το μαρξισμό σαν εκδοχή ολοκληρωτισμού, αλλά και οι κορυφαίοι εισηγητές του αναρχισμού του 19ου και 20ού αιώνα με χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτή του Μπακούνιν, ο οποίος, αρνούμενος αυτή καθαυτή την έννοια της επαναστατικής εξουσίας, θα ήταν ανακόλουθο να ασχοληθεί με τη διαλεκτική της μορφής και του περιεχομένου της. Καταλήγει έτσι στην απλοϊκή απόρριψη της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους ως εκδοχής κρατισμού, παρερμηνεύοντας τη δικτατορία του προλεταριάτου σαν τη μοιραία, τη νομοτελειακή έκφραση δικτατορικής μορφής εξουσίας, την οποία ασκεί μια μειοψηφία διανοουμένων και πρώην εργατών επί του προλεταριάτου.9


Ας γίνουμε πλέον πιο συγκεκριμένοι ως προς την υπόθεση εργασίας μας: από μαρξιστική άποψη, σε αυτή την επίμαχη περίοδο της πολιτικής μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, κατά την οποία το κράτος ως προς το περιεχόμενό του δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά δικτατορία του προλεταριάτου, η ιδιαίτερη μορφή, με την οποία τείνει να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει η προλεταριακή εξουσία συντρίβοντας το αστικό κράτος και προωθώντας τη μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία, δεν είναι η δικτατορική πολιτειακή μορφή, αλλά η demokratische Republik, η λαοκρατική δημοκρατία.


Προς τεκμηρίωση αυτής της θέσης δεν έχουμε παρά να προσφύγουμε, εν προκειμένω, στη σχετική διατύπωση του Engels στο πλαίσιο της κριτικής που άσκησε στο πρόγραμμα της Ερφούρτης:


«Αν κάτι είναι βέβαιο, αυτό είναι ότι το κόμμα μας και η εργατική τάξη μπορούν να έλθουν στην εξουσία μόνον υπό τη μορφή λαοκρατικής δημοκρατίας. Αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιδιαίτερη μορφή (die spezifische Form) της δικτατορίας του προλεταριάτου, όπως έχει ήδη αποδείξει η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση.»10


Είναι, εξάλλου, λίγους μόλις μήνες πριν τη συγγραφή αυτής της κριτικής, που ο ίδιος ο Engels, στην εισαγωγή του σε έκδοση του Εμφύλιου Πολέμου στη Γαλλία, με αφορμή την επέτειο των 20 χρόνων από την εξέγερση της παρισινής Κομμούνας, προτρέπει ευθέως τους “φιλισταίους σοσιαλδημοκράτες”, αν θέλουν να αντιληφθούν τι σημαίνει δικτατορία του προλεταριάτου, να στρέψουν το βλέμμα τους στην Κομμούνα.11


Υπάρχει άραγε αντίφαση εν τοις όροις, όταν ο Engels χαρακτηρίζει τη λαοκρατική δημοκρατία “ιδιαίτερη μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου”; Υπάρχει αντίφαση όταν χαρακτηρίζει την Κομμούνα “δικτατορία του προλεταριάτου”, την ίδια στιγμή που εκθειάζει τον προλεταριακό δημοκρατισμό της, όταν την αντιμετωπίζει, όπως μας θυμίζει ο Λένιν, ως νέο τύπο κράτους, ως «κράτος που δεν είναι κράτος στην κυριολεξία»;12


Μόνον ένας μηχανιστικός, ένας αντι-διαλεκτικός στοχασμός μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα μιας υποτιθέμενης αντινομίας ανάμεσα στο χαρακτηρισμό της Κομμούνας από τον Engels ως δικτατορίας του προλεταριάτου, αφενός, και στην ταυτόχρονη αναγνώριση της επαναστατικής δημοκρατικής ταυτότητας των θεσμών και λειτουργιών της από τον ίδιο και από τον Marx, αφετέρου. Μόνον ένας στοχασμός που επιμένει να αγνοεί τη διαλεκτική περιεχομένου και μορφής, όπως αυτή εκδηλώνεται στη σχέση δικτατορίας του προλεταριάτου (περιεχόμενο) και λαοκρατικής δημοκρατίας ([ιδιαίτερη] μορφή), αποτυγχάνει εν τέλει να ξεδιπλώσει αυτό το νήμα που διαπερνά και συνδέει ορισμένες από τις πιο λαμπρές συγγραφικές και κινηματικές στιγμές του μαρξισμού.


Σημειώσεις


1. Βλ. σχετικά:
α) Αλέξανδρος Χρύσης, «Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ως μετάβαση. Η σημασία της “Εισαγωγής” του Engels στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία για ένα σύγχρονο μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα προς το σοσιαλισμό», όπως περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο Θεωρία της Μετάβασης και Σοσιαλιστική Εναλλακτική, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2015, σσ. 13-48.
β) Αλέξανδρος Χρύσης, «Marx, Engels και λαοκρατική δημοκρατία: και πάλι για τη μετάβαση», διάλεξη αναρτημένη στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://omilosmarx.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/96-hmerida-8-maioy-enallaktikes-prosegiseis-dhmokratia.
2. Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση της υπόθεσης εργασίας που πρόκειται να αναλυθεί σε αυτό το άρθρο προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις εξής κλασικές βιβλιογραφικές πηγές, που πυκνώνουν κυρίως στην περίοδο 1871-1891, όσον αφορά τις θέσεις του Marx και του Engels, και την περίοδο Μαρτίου-Οκτωβρίου 1917, όσον αφορά εκείνες του Λένιν (τόμοι 31 έως και 34 της ελληνικής έκδοσης των Απάντων από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»):


Karl Marx, Η 18η Brumaire του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852)
Karl Marx, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (1871)
Karl Marx, Ομιλία για την έβδομη επέτειο ίδρυσης της Διεθνούς (Αναφορά-1871)
Karl Marx, Κριτική του προγράμματος της Gotha (1875)
Friedrich Engels, Κριτική του προγράμματος της Ερφούρτης (1891)
Friedrich Engels, Εισαγωγή στο Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (1891)
Friedrich Engels, Εισαγωγή στο Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850 (1895)
Karl Marx στον Joseph Weydemeyer, 5 Μαρτίου 1852 (Επιστολή)
Karl Marx στον Ludwig Kugelmann, 12 Απριλίου 1871 (Επιστολή)
Karl Marx στον Bracke, 5 Μαΐου 1875 (Επιστολή)
Karl Marx στον Bebel, 18-28 Μαρτίου 1875 (Επιστολή)
Friedrich Engels στον Bebel, 12 Οκτωβρίου 1875 (Επιστολή)
Friedrich Engels στον Bracke, 11 Οκτωβρίου 1875 (Επιστολή)
Friedrich Engels στον Paul Lafargue, 6 Μαρτίου 1894 (Επιστολή)
Β.Ι. Λένιν, «Γράμματα από μακριά» (1917)
Β.Ι. Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας» (1917)
Β.Ι. Λένιν, «Γράμματα για την τακτική» (1917)
Β.Ι. Λένιν, Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος» (1917)
Β.Ι. Λένιν, «Ο μαρξισμός για το κράτος» [προπαρασκευαστικά υλικά] (1917)
Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση (1917)
Β.Ι. Λένιν, «Θα κρατήσουν άραγε οι μπολσεβίκοι την κρατική εξουσία;» (1917)
Β.Ι. Λένιν, «Σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος» (1917)


3. Συστηματική αποτύπωση και σχετικό σχολιασμό της χρήσης του όρου από τον Marx και τον Engels, αλλά και προσέγγισή του στο πλαίσιο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης και του ρωσικού μαρξισμού, παρέχει ο Hal Draper στη μελέτη του The Dictatorship of the Proletariat. From Marx to Lenin, Monthly Review Press, New York 1987, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα σύνοψη και επέκταση της συναφούς αναλυτικής διαπραγμάτευσης του θέματος από τον ίδιο τον Draper, όπως αυτή περιλαμβάνεται στον τρίτο τόμο του έργου του Karl Marx’s Theory of Revolution, Monthly Review Press, New York 1986, τόμος ΙΙΙ (“The ‘Dictatorship of the Proletariat’”).
4. Karl Marx, «Κριτική του Προγράμματος της Gotha», όπως περιλαμβάνεται στο Μαρξ - Ένγκελς, Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα & Ερφούρτης, μετάφραση: Κώστας Σκλάβος, Εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα 2004, σ. 58.
5. Ο νομοτελειακός χαρακτήρας της δικτατορίας του προλεταριάτου ως πολιτικής εξουσίας που απορρέει από την πάλη των τάξεων και εκβάλλει σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις και κράτος αποτυπώνεται με λιτό τρόπο και στην επιστολή του Marx στον Weydemeyer με ημερομηνία 5 Μαρτίου 1852, ενώ ήδη από το 1850 στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία ο Marx προσδιορίζει την «ταξική δικτατορία του προλεταριάτου ως το αναγκαίο μεταβατικό σημείο προς την κατάργηση των τάξεων γενικά […].» (Καρλ Μαρξ, Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2000, σ. 148)
6. Με καίριο τρόπο ο Louis Althusser επισημαίνει: «Η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν μπορεί να κατανοηθεί αφεαυτής. Στην πραγματικότητα παραπέμπει πάντοτε σε μια άλλη έννοια: στην έννοια της δικτατορίας της αστικής τάξης. Οι δυο έννοιες είναι ταυτόσημες. Αυτό που αλλάζει είναι η τάξη που κυριαρχεί. Αλλά αυτό που δεν αλλάζει είναι η εναλλακτική: ή η μια τάξη ή η άλλη, ή η αστική τάξη ή το προλεταριάτο. Αλλά για να κατανοήσουμε αυτή την εναλλακτική, είναι η έννοια της δικτατορίας της αστικής τάξης που κατέχει το ‘μυστικό’ της έννοιας της δικτατορίας του προλεταριάτου.» (Απόσπασμα από ανέκδοτο κείμενο του Louis Althusser για τη δικτατορία του προλεταριάτου με ημερομηνία 6 Ιουλίου 1976, το οποίο παρουσιάστηκε σε σχετική συνδιάσκεψη στη Βαρκελώνη και είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα της επιθεώρησης Période, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://revueperiode.net/un-texte-inedit-de-louis-althusser-conference-sur-la-dictature-duproletariat-a-barcelone/
7. Friedrich Engels, «Πρόγραμμα των μπλανκιστών προσφύγων της Κομμούνας», όπως περιλαμβάνεται στο Karl Marx - Friedrich Engels, Collected Works, Progress Publishers, Μόσχα 1989, τόμος 24, σ. 13.
Αναφορικά με την κριτική του Λένιν στον μπλανκισμό, αξίζει να επισημανθούν μεταξύ πολλών άλλων κειμένων του μαρξιστή επαναστάτη οι διατυπώσεις του στο «Ο μαρξισμός και η εξέγερση», όπως περιλαμβάνεται στο Λένιν, Άπαντα, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1986, τόμος 34, ιδίως σσ. 242-243.
8. Καρλ Μαρξ, Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ό.π., σ. 153.
9. Την αιχμή της αναρχικής κριτικής του Μπακούνιν στη θεωρία του Marx για τη δικτατορία του προλεταριάτου ως πολιτικής μεταβατικής περιόδου από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, βλ. χαρακτηριστικά στο: Μισέλ Μπακούνιν, Κρατισμός και Αναρχία, (Μετάφραση: Γιάννης Γαλανόπουλος, Επιμέλεια: Νίκος Β. Αλεξίου), Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα χ.χ., ιδίως σ. 184 κ.ε.
Η συνοπτική και καυστική αντίκρουση της κριτικής του Μπακούνιν από τον ίδιο τον Marx αποτυπώνεται στο Karl Marx, «Σημειώσεις για το βιβλίο του Μπακούνιν, Κρατισμός και Αναρχία», όπως περιλαμβάνεται στο Karl Marx - Friedrich Engels, Collected Works, Progress Publishers, Μόσχα 1989, τόμος 24, σσ. 485-559, ιδίως σσ. 517-521.
10. Friedrich Engels, «Κριτική του σοσιαλδημοκρατικού σχεδίου προγράμματος του 1891», όπως περιλαμβάνεται στο Μαρξ - Ένγκελς, Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα & Ερφούρτης, ό.π., σ. 108. Λόγω της κρισιμότητας της συγκεκριμένης διατύπωσης για την ερευνώμενη σε αυτό το άρθρο υπόθεση εργασίας, παραθέτω αυτούσιο το γερμανικό πρωτότυπο, επισημαίνοντας τη σχετική διατύπωση: «Wenn etwas feststeht, so ist es dies, daß unsre Partei und die Arbeiterklasse nur zur Herrschaft kommen kann unter der Form der demokratischen Republik. Diese ist sogar die spezifische Form für die Diktatur des Proletariats, wie schon die große französische Revolution gezeigt hat». (Karl Marx – Friedrich Engels, Werke, Dietz Verlag, Βερολίνο 1963, σ. 234).
11. Βλ. την εισαγωγή του Engels, όπως περιλαμβάνεται στο Karl Marx, Ο Eμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2000, σ. 23.
12. Αναφερόμενος στην αντιμετώπιση της παρισινής Κομμούνας από τον Engels ως κράτους «που έπαψε να είναι κράτος με την αληθινή έννοια του όρου» (Επιστολή του Engels στον Bebel, 18-28 Μαρτίου 1875), ο Λένιν αρνείται την όποια αντίφαση, χαρακτηρίζει ανώτερο, σε σχέση με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, το δημοκρατισμό της Κομμούνας και υποστηρίζει ότι τα σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών «αναπαράγουν εκείνο τον τύπο του κράτους, που επεξεργάστηκε η Κομμούνα του Παρισιού και που ο Μαρξ τον ονόμασε “πολιτική μορφή που ανακαλύφθηκε επιτέλους, και με την οποία μπορεί να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση των εργαζομένων”.» (Β.Ι. Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», όπως περιλαμβάνεται στο Λένιν, Άπαντα, ό.π., τόμος 31, σσ. 162-165∙ ομοίως και στο «Θα κρατήσουν άραγε οι μπολσεβίκοι την κρατική εξουσία;», ό.π., τόμος 34, ιδίως σ. 302 κ.ε.)
Ανάλογο σχολιασμό της ίδιας επιστολής του Engels στον Bebel επιχειρεί ο Λένιν και στα προπαρασκευαστικά υλικά του Κράτος και Επανάσταση, στο τετράδιο «Ο μαρξισμός για το κράτος», όπως αυτό περιλαμβάνεται στο Λένιν, Άπαντα, ό.π., τόμος 33, ιδίως σσ. 167-173, καθώς και στο ίδιο το Κράτος και Επανάσταση στο Λένιν, Άπαντα, ό.π., τόμος 33, σσ. 64-67.

* Ο Αλέξανδρος Χρύσης είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας στο Πάντειο. Το παρόν είναι ένα απόσπασμα του άρθρου του στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 18, σελ. 286-292.