3. Ολοκλήρωση, κρίση ευρωζώνης, συμμαχίες και αντιθέσεις των κυρίαρχων ελίτ
Η προώθηση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης εγκαινιάστηκε από τις κυρίαρχες τάξεις της Δυτικής Ευρώπης, αρχικά στον εμπορικό τομέα, σχεδόν αμέσως μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν μια προβλεπτική στρατηγική που εξυπηρετούσε τα μα­κροχρόνια συμφέροντα και τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος, αποσκοπώντας στη λείανση των αντιθέσεων και τον κοινό χειρισμό των κρίσεων, την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κινημάτων και των διεκδικήσεων των εργαζομένων σε κάθε χώρα, την ύψωση νέων φραγμών και εμποδίων στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Η στρατηγική αυτή αντανακλούσε τις τάσεις διεθνοποίησης της παραγωγής όπως αυτές εκφράζονται στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος, ιδιαίτερα την ανάγκη να μετακινηθούν τα εμπόδια που έθεταν στην κερδοφορία οι διάφοροι προστατευτικοί περιορισμοί, δασμοί και φόροι των εθνικών κρατών.
Συμβατικά, μπορούμε να διακρίνουμε τρία στάδια στη διαδικασία της καπιταλιστι­κής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Το πρώτο στάδιο ξεκινά με την υπογραφή το Μάρτιο του 1957 της Συνθήκης της Ρώμης, οπότε και ιδρύεται η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Είχαν προηγηθεί η ίδρυση της Μπενελούξ το 1947 (μιας τελωνειακής ένωσης Βελγίου, Ολλανδίας και Λουξεμβούργου) και του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας το 1948. Σε αυτό το στάδιο η διαδικασία ολοκλήρωσης συντελείται βασικά στο επίπεδο του εμπορίου, όντας ένας μοχλός για την εγκαθίδρυση ενιαίας, κοινής αγοράς. Το 1960 ιδρύεται παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ), στην οποία συμμετέχουν αρχικά εφτά χώρες, μερικές από τις οποίες θα προσχωρήσουν αργότερα στην ΕΟΚ1.


Σε μια δεύτερη φάση, από τη δεκαετία του 1970, η διαδικασία ολοκλήρωσης επεκτείνεται σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής των χωρών που συμμετέχουν στην ΕΟΚ. Ήδη το 1962 εισάγεται η κοινή αγροτική πολιτική (ΚΑΠ), όμως οι οξείες αντιθέσεις μεταξύ Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας θέτουν εμπόδια στην προώθησή της ως τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Οι εξελίξεις που σηματοδοτούν αυτό το στάδιο σημειώνονται στις δυο επόμενες δεκαετίες. Το 1974, στη Διάσκεψη του Παρισιού, συμφωνείται η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, ενώ το 1976 ιδρύεται το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα και το 1979 πραγματοποιούνται οι πρώτες άμεσες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Παράλληλα, κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η ΕΟΚ σταδιακά επεκτείνεται με την ένταξη σ’ αυτήν του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας το 1973, της Ελλάδας το 1981 και της Ισπανίας και της Πορτογαλίας το 1986.
Τέλος, στο τρίτο στάδιο η ολοκλήρωση αποκτά πολιτικά χαρακτηριστικά, κατατείνοντας σε μια ομοσπονδιακή ένωση των εμπλεκόμενων κρατών. Το στάδιο αυτό εγκαινιάζεται με τη δημιουργία της «ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς» το 1986 και παίρνει νέα ώθηση με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992. Η συνθήκη αυτή τίθεται σε ισχύ το 1993, οπότε και ιδρύεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ως οικονομική και πο­λιτική ένωση. Σημαντικά παραπέρα βήματα είναι οι συνθήκες του Άμστερνταμ (1997), της Νίκαιας (2001) και της Λισαβόνας (2007). Το 1999 εγκαθιδρύεται και η νομισματι­κή ένωση με την εισαγωγή του ευρώ και την κυκλοφορία του το 2000.
Στην πορεία εξέλιξης της ολοκλήρωσης, αποσαφηνίζονται και ενδυναμώνονται διαρκώς τα αντιδραστικά ταξικά χαρακτηριστικά της όλης διαδικασίας και ιδιαίτερα της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης. Η συνθήκη του Μάαστριχτ θέτει δρα­κόντειους όρους για τη συμμετοχή στη φάση της νομισματικής ένωσης (έλλειμμα προ­ϋπολογισμού κάτω του 3%, δημόσιο χρέος λιγότερο από 60% του ΑΕΠ και πληθωρι­σμός όχι πάνω από 1,5% επιπλέον των πιο επιτυχημένων χωρών). Με τη συνθήκη του Άμστερνταμ εισάγεται η κοινή εξωτερική πολιτική και η κοινή πολιτική ασφάλειας, με στόχο την παραπέρα υποταγή των αδύναμων χωρών στις ισχυρές χώρες. Οι συνθήκες της Νίκαιας και της Λισαβόνας συνεχίζουν τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων των εθνικών κρατών στα υπερεθνικά ευρωπαϊκά όργανα.
Οι ίδιοι οι κανόνες δόμησης της ΕΕ, όπως η δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρι­κής Τράπεζας να δανείζει τις τράπεζες αλλά όχι τις κυβερνήσεις, διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση κρίσης θα λειτουργήσει ως όργανο διαχείρισης και υπεράσπισης των συμφε­ρόντων του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το κύριο εκτελεστικό σώμα της ΕΕ, έχει τη δικαιοδοσία να λειτουργεί ως ανεξάρτητη εξουσία από τις κυβερ­νήσεις, να καθορίζει κανόνες, κανονισμούς και νομοθετικές ρυθμίσεις, να συντάσσει τον προϋπολογισμό της Ένωσης και να επιβλέπει την εφαρμογή των συμφωνιών και των νόμων, με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παίζει βασικά διακοσμητικό ρόλο. Στην πρά­ξη, επιβάλλεται έτσι πλήρης έλεγχος των οικονομικών, αναπτυξιακών κ.ά. πολιτικών των χωρών-μελών από το διευθυντήριο της ΕΕ. Το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονο­μικής κρίσης το 2008 θα κάνει φανερό το περιεχόμενο αυτών των θεσμών και των ρυθ­μίσεων ως εγγυητών των συμφερόντων της ολιγαρχίας του πλούτου και των μεγάλων δυνάμεων της ΕΕ.
Η βαθιά κρίση του 2008 έπληξε όλες τις χώρες της ΕΕ, με ιδιαίτερη σφοδρότητα όμως τις πιο αδύναμες οικονομίες της ευρωζώνης. Αν και ορισμένες χώρες επέστρεψαν σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι περισσότερες παρουσιάζουν στασιμότητα και επιδεί­νωση σε βασικούς δείκτες (δημόσιο χρέος, ποσοστά ανεργίας, επενδύσεις, αγοραστική δύναμη μισθών-συντάξεων, κοινωνικές παροχές, κ.ά.). Η μεγάλη διάρκεια της κρίσης και η ένταση της ανισοκατανομής του εισοδήματος σε όφελος των ισχυρών μερίδων του κεφαλαίου, επέφερε ανακατατάξεις στους κόλπους της αστικής τάξης, από τη βάση ως την κορυφή. Εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις καταστράφηκαν, πολλές μεγάλες συρρικνώθηκαν, ενώ επιδεινώθηκαν οι συνθήκες αναπαραγωγής τμημάτων του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την ανακατανομή των μεριδίων αγοράς σε όφελος κυρίως μονοπωλιακών ενώσεων του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης.
Η γερμανική αστική τάξη αποκομίζει τα μεγαλύτερα οφέλη από τα υψηλά πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο και από το χαμηλό κόστος δημόσιου δανεισμού, ενώ αντί­θετα έχουν αποδυναμωθεί οι θέσεις των αστικών τάξεων στις λιγότερο ισχυρές χώρες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, κ.ά.), με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη υποταγή τους στις κυρίαρχες ελίτ της ευρωζώνης. Οι χώρες που μπήκαν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM) εφαρμόζουν με ευθύνη των αστικών δυνάμεων και της «τρόικας» (ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ), ακραία μέτρα λιτότητας με αποτέλεσμα τη λαφυραγώ­γηση λαϊκών εισοδημάτων και δημόσιας περιουσίας χάριν των πιστωτών. Το σαθρό οικοδόμημα της ευρωζώνης μετατρέπεται έτσι σταδιακά αντί για «ένωση λαών» σε «στρατόπεδο συγκέντρωσης» λαών και εργαζόμενων.
Τα προβλήματα βιωσιμότητας της ευρωζώνης εντείνονται όσο αποτυγχάνουν τα μέτρα στήριξής της, δεδομένου ότι δεν επιλύουν τα ενδογενή της προβλήματα. Δεν εί­ναι τυχαίο που όλο και περισσότερο ακούγονται εκκλήσεις από γνωστούς ευρωπαϊστές για την επίδειξη ψυχραιμίας και την ανάληψη πρωτοβουλιών σωτηρίας της ευρωζώνης. Ωστόσο η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι απλά υπόθεση αφηρημένων οραματισμών και καλών προθέσεων, αλλά συνδέεται στενά με ένα ευρύτερο πλέγμα διακρατικών και ταξικών σχέσεων και αντίστοιχων συμφερόντων. Η ευρωπαϊκή ενοποί­ηση ως πολιτική συνεργασίας κυρίαρχων αστικών τάξεων γίνεται με βάση το κριτήριο της ισχύος. Όσο πιο ισχυρή είναι μια χώρα σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, τόσο πιο βαρύνουσα θέση κατέχει στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η ισχύς των μεγαλύτερων και πλουσίων χωρών στο θεσμικό πεδίο εκδηλώνεται με τις αποφάσεις που λαμβάνο­νται για το μέλλον της συ­γκεκριμένης ενοποίησης. Η «μεγάλη πατρίδα» (Γερμα­νία) επιχειρεί μέσω κυρίως του ευρώ να διεμβολίσει τις «μικρές πατρίδες» θέτοντας την οικονομία της ΕΕ υπό γερμανική σκέπη2. Συνολι­κά, ισχυροποιείται διαρκώς η ηγεμονική θέση της Γερ­μανίας στο εγχείρημα της ολοκλήρωσης, η οποία είναι σε θέση να υπαγορεύει τα συμφέροντά της όχι μόνο στις αδύναμες χώρες, αλλά ακόμη και σε μεγάλες δυνά­μεις όπως η Γαλλία.
Από την άποψη αυτή, η κρίση αποκάλυψε τις βαθιές αντιθέσεις μέσα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και παγκόσμια ανάμεσα στα διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα, αντιθέ­σεις οι οποίες είχαν προσωρινά συγκαλυφθεί και αμβλυνθεί στην προηγούμενη ανοδική φάση της παγκοσμιοποίησης. Από τη μια μεριά, οξύνονται οι εμπορικοί ανταγωνισμοί και γεωπολιτικές αντιθέσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα, Ρωσία, κ.ά.). Αυτοί οι ανταγωνισμοί αποκτούν συχνά θερμό χαρακτήρα, δίνοντας γένεση σε τοπικούς πολέμους (Ουκρανία, κ.ά.). Παράλληλα, στο εσωτερικό της ευρωζώνης αναι­ρούνται τα όποια στοιχεία προσωρινής και επισφαλούς «σύγκλισης» είχαν επιτευχθεί προηγούμενα μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών. Η όξυνση των οικονομικών ανισο­τήτων και των ανισομερειών πυροδοτεί κινήματα και αντιστάσεις των λαών (Αραβι­κές Επαναστάσεις, κινήματα των Αγανακτισμένων στα 2011-2012 στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, κ.ά.). Από την άλλη όμως υποδαυλίζει τον εθνικισμό, τις τοπικές συρράξεις και τις στείρες θρησκευτικές, φυλετικές και εθνικές αντιθέσεις, με χαρακτηριστικά παρα­δείγματα την έξαρση του εθνικισμού στα Βαλκάνια και την υπόλοιπη Ευρώπη, το φαι­νόμενο της ISIS (Islamic State of Iraq and al-Sham) και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό στη Μέση Ανατολή και την Ασία, κοκ.
Ιδιαίτερα στην ΕΕ, οι αντιθέσεις μεταξύ των κυρίαρχων εθνικών ελίτ για το ρόλο της ηγεμονίας, αλλά και η αποφυγή ανάληψης αντίστοιχων υποχρεώσεων (ανακατανομή πόρων μέσω ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, έκδοση ευρωομόλογου για τη στήρι­ξη αδύναμων οικονομιών, κ.ά.), φρενάρουν την ιδέα της ομοσπονδιακής ένωσης. Αυτή η αντίφαση επιτείνει τα φαινόμενα απόκλισης αντί σύγκλισης των οικονομιών, ενίσχυ­σης των κεντρόφυγων αντί των κεντρομόλων τάσεων και την ανισομέρεια οικονομικής ανάπτυξης στα πλαίσια της Ένωσης. Γι’ αυτό και η ΕΕ, πολύ περισσότερο η ευρωζώ­νη, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις εξωπραγματικές διακηρύξεις και ουτοπικά οράμα­τα περί «οικονομικής σύγκλισης», «κοινωνικής συνοχής» και «Ευρώπης των λαών», όταν κυρίαρχο ρόλο παίζουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ενεργούν με όρους ισχύος, ανταγωνισμού και επιβολής, αντί ισότιμης συνεργασίας, αλληλεγγύης, κοινωνι­κής δικαιοσύνης, ουσιαστικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας.
Η ιδέα της «Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων» είναι ασύμβατη με τους νεοφιλελεύθερους «πυλώνες» της ευρωζώνης (Σύμφωνο Σταθερότητας, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης με αντίστοιχα Μνημόνια, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, 6μηνα Συντονισμού, Τραπεζική Ενοποίηση). Η λύση για τη μεγάλη πλειοψηφία των λαών της ΕΕ βρίσκεται στην ανατροπή του ταξικού οικοδομήματος της ευρωζώνης, η οποία ανεξάρτητα από τον τρόπο που θα γίνει, θα πρόκειται για ριζοσπαστική ανατροπή και σε κάθε περί­πτωση για την εξουσία των λαών της Ευρώπης και όχι των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Το πώς ακριβώς θα πραγματοποιηθεί, ξεκινώντας από μια, δυο, ή περισσότερες χώρες, παραμένει ανοικτό πολιτικό ζήτημα.
Από αυτήν την άποψη αποκτά μεγάλη σημασία ο προσδιορισμός των κυριότερων αξόνων του εναλλακτικού προγράμματος προοδευτικής εξόδου από την κρίση, σε εθνι­κό και υπερεθνικό επίπεδο. Ασφαλώς μια «Ενωμένη Ευρώπη» με νεοφιλελεύθερα υλικά ακόμα και αν προωθηθεί παραπέρα, θα αποτελεί μια Ένωση σε αντιδραστική κατεύθυν­ση, χωρίς καμιά σχέση με το όραμα της Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων. Η τελευταία προϋποθέτει επαναθεμελίωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος σε νέα βάση και με νέα αρχιτεκτονική. Για τους λαούς και τους εργαζόμενους της Ευρώπης, ιδιαίτερα των χωρών της περιφέρειας, η ανατροπή της πολιτικής των μνημονίων και η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, αποτελεί ζήτημα επιβίωσης, ενώ παράλληλα ση­ματοδοτεί την αντικειμενική αναγκαιότητα για μια νέα πορεία της Ευρώπης προς το «ιστορικά αναγκαίο», τη σοσιαλιστική προοπτική.

4.1. Υπεριμπεριαλισμός ή διιμπεριαλισμός;
Οι εξελίξεις του σύγχρονου καπιταλισμού καλούν στη διατύπωση μιας μαρξιστικής έν­νοιας ικανής να τις συμπεριλάβει. Η έννοια του ιμπεριαλισμού με την παραδοσιακή της διατύπωση δεν επαρκεί πλήρως, γιατί περιέχει μόνο γνωρίσματα της αρχικής φάσης του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού, που εξακολουθούν να διατηρούνται, αλλά όχι και το νέο που έχει εμφανιστεί. Έννοιες όπως οι ολοκλήρωση, παγκοσμιοποίηση, χρηματιστικοποίηση, κ.ά., χρησιμοποιούνται επίσης συχνά για να περιγραφούν οι νεώτερες εξελίξεις. Ωστόσο, οι έννοιες αυτές, χωρίς να είναι απορριπτέες, δεν αρκούν επίσης, κα­θώς καταγράφουν κυρίως τη γενική τάση του καπιταλισμού, που λαβαίνει ισχυρή ώθηση στο παρόν στάδιο, για διεθνοποίηση της παραγωγής, παραλείποντας ή υποβαθμίζοντας τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς της. Στο παρελθόν, ο Λένιν είχε προτείνει μια τέτοια περιεκτική μαρξιστική έννοια, την έννοια του διιμπεριαλισμού, στο πλαίσιο της διαμάχης πάνω στην εναλλακτική αντίληψη του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό.
Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αναπτύχθηκε μια ενδιαφέρουσα πολεμι­κή ανάμεσα στον Λένιν και τον Κάουτσκι. Η συζήτηση δεν αφορούσε μόνο το χαρακτήρα του πολέμου αλλά και τις μεταπολεμικές προοπτικές του καπιταλισμού, εμπλέχτηκαν δε σε αυτή και άλλοι μαρξιστές όπως ο Τρότσκι, ο Μπουχάριν και η Λούξεμπουργκ.
Ο Κάουτσκι, ο οποίος είχε πάρει στο ζήτημα του πολέμου μια οπορτουνιστική θέση υπεράσπισης της πατρίδας και συγκάλυψης των πραγματικών ιμπεριαλιστικών σκοπών του, διατύπωσε το 1914 τη θεωρία του για τον υπεριμπεριαλισμό. Σύμφωνα με αυτή, ο ιμπεριαλισμός θα εξελισσόταν μεταπολεμικά σε μια ειρηνική κατεύθυνση συνένωσης των μεγάλων δυνάμεων για την κοινή εκμετάλλευση του υπόλοιπου κόσμου. Από δω συναγόταν ότι η σοσιαλδημοκρατία έπρεπε να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική της στην επερχόμενη ειρηνική περίοδο.
Ο Κάουτσκι πρόβαλε αυτές τις θέσεις του σε ένα σύντομο άρθρο, «Υπεριμπεριαλισμός», γραμμένο πριν την έναρξη του πολέμου. Το άρθρο περιείχε αλληλοαντικρουό- μενες διακηρύξεις. Από τη μια διαπίστωνε ότι το άμεσο αποτέλεσμα του πολέμου θα είναι ότι «οι ιμπεριαλιστικές τάσεις και ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών θα επιταχυν­θούν αρχικά» και ότι η μεταπολεμική «επακόλουθη ειρήνη δεν θα είναι κάτι παραπάνω από μια σύντομη εκεχειρία». Από την άλλη, ωστόσο, υποστήριζε: «Το αποτέλεσμα του Παγκοσμίου Πολέμου ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπορεί να είναι μια ομοσπονδία των πιο ισχυρών, που εγκαταλείπουν τον ανταγωνισμό τους των εξο­πλισμών. Συνεπώς από την καθαρά οικονομική άποψη δεν είναι αδύνατο ότι ο καπι­ταλισμός μπορεί ακόμη να επιζήσει μέσα από μια άλλη φάση, μια φάση σχηματισμού καρτέλ στην εξωτερική πολιτική: μια φάση υπεριμπεριαλισμού… της οποίας τα δεινά βρίσκονται σε μια άλλη κατεύθυνση, όχι εκείνη του ανταγωνισμού των εξοπλισμών και της απειλής στην παγκόσμια ειρήνη»3.
Ο Κάουτσκι δεν αναφερόταν ρητά στο ζήτημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης στο συγκεκριμένο άρθρο. Το είχε συζητήσει σε ένα προηγούμενο, «Πόλεμος και ειρήνη», το 1911. Εκεί συνέδεε τη δημιουργία μιας μελλοντικής ομοσπονδίας των ευρωπαϊκών κρατών με την επανάσταση που θα ακολουθούσε τον επερχόμενο ευρωπαϊκό πόλεμο. Ακόμη και αν η επανάσταση ξεκινούσε από ένα μόνο κράτος, βεβαίωνε, σύντο­μα θα διευρυνόταν και η εξάπλωσή της θα εξάλειφε τις παρωχημένες μοναρχίες που ενα­ντιώνονταν στην ευρωπαϊκή ομοσπονδία. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια «εποχή παγκό­σμιας ειρήνης» πάνω σε μια αρχικά αστική-δημοκρατική βάση: «Η ένωση των κρατών του ευρωπαϊκού πολιτισμού σε μια συνομοσπονδία με μια καθολική πολιτική εμπορίου, ένα ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση και έναν ομοσπονδιακό στρατό – η εγκαθίδρυση των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης… θα διέθετε τέτοια δύναμη ώστε, χωρίς οποιοδήποτε πόλεμο, θα μπορούσαν να υποχρεώσουν όλα τα άλλα έθνη, εφόσον δεν το έκαναν τα ίδια πρόθυμα, να ενωθούν μαζί τους, να διαλύσουν τους στρατούς τους και να παραιτηθούν από τους στόλους τους»4.
Το νέο στο άρθρο του Κάουτσκι στα 1914 για τον υπεριμπεριαλισμό ήταν η ουσιώδης αποσύνδεση του ζητήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης από την προοπτική της ευρωπαϊκής επανάστασης και η έμμεση παραδοχή ότι η ίδια η εσωτερική δυναμική του καπιταλισμού μπορούσε να οδηγήσει μόνη της σε αυτό το αποτέλεσμα. Υποστήριξε έτσι ότι την εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων θα τη διαδεχόταν μια εποχή ειρηνικού καπιταλισμού, που θα βασιζόταν στην εξάλειψη και το μετριασμό των αντιθέσεων ανά­μεσα στις ευρωπαϊκές αλλά και όλες τις παγκόσμιες μεγάλες δυνάμεις. Η βάση γι’ αυτή την εξέλιξη παρεχόταν, κατά τον Κάουτσκι, από τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, τη συ­νένωση των καπιταλιστικών τραστ και την τάση για κατάργηση των εθνικών συνόρων που απέρρεε από τις πιο πάνω οικονομικές αναπτύξεις.
Ο Λένιν υπέβαλε σε αυστηρή κριτική τις απόψεις του Κάουτσκι, τις οποίες δικαιολογημένα θεώρησε ως μια προέκταση της οπορτουνιστικής θέσης του απέναντι στον πόλεμο. Στην εισαγωγή του στη μελέτη του Μπουχάριν για τον ιμπεριαλισμό, γραμμένη το Δεκέμβρη του 1915, προέβαλε εναντίον του δυο βασικά επιχειρήματα. Το πρώτο ήταν ότι ο Κάουτσκι αποσπούσε την προσοχή από τα επίκαιρα επαναστατικά καθήκοντα που έθετε ο πόλεμος σε κούφιες ονειροπολήσεις για εντελώς ανεπίκαιρα καθήκοντα που μπορούσε να τεθούν μόνο στο πολύ μακρινό μέλλον. «Στην πράξη», τόνιζε ο Λένιν, «αυτός που αρνείται τα αιχμηρά καθήκοντα του σήμερα στο όνομα ονείρων για ήπια έργα του μέλλοντος γίνεται οπορτουνιστής… Εάν το όνομα υπεριμπεριαλισμός δοθεί σε μια διεθνή ενοποίηση εθνικών (ή πιο σωστά, κρατικά συνδεδεμένων) ιμπεριαλισμών, οι οποίοι “θα ήταν ικανοί” να εξαλείψουν τις πιο δυσάρεστες, τις πιο ανησυχητικές και πιο αντιπαθείς συγκρούσεις, όπως πόλεμοι, πολιτικές αναταραχές, κ.λπ., που τα φοβάται τόσο πολύ ο μικροαστός, τότε γιατί να μην αποστρέψουμε το πρόσωπο από την παρού­σα εποχή του ιμπεριαλισμού που έχει ήδη φτάσει, την εποχή που προβάλλει απειλητικά στον καθένα, και η οποία είναι γεμάτη από όλων των ειδών τις συγκρούσεις και κατα­στροφές; Γιατί να μη στραφούμε προς αθώα όνειρα ενός συγκριτικά ειρηνικού, συγκρι­τικά άνευ συγκρούσεων, συγκριτικά μη καταστροφικού υπεριμπεριαλισμού;»5 Κατά δεύτερο λόγο, η εξέλιξη προς το παγκόσμιο τραστ στην οικονομία και προς τη διακρατι­κή ένωση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην πολιτική, όντας η πραγματική βαθύτερη τάση του καπιταλισμού, προχωρούσε μέσα από τεράστιους σπασμούς, ανταγωνισμούς και αντιθέσεις. Υπήρχαν έτσι, σύμφωνα με τον Λένιν, όλες οι δυνατότητες ότι «πριν φτάσουμε σε ένα μοναδικό παγκόσμιο τραστ, πριν τα αντίστοιχα εθνικά χρηματιστικά κεφάλαια έχουν σχηματίσει μια παγκόσμια ένωση “υπεριμπεριαλισμού”, ο ιμπεριαλι­σμός αναπόφευκτα θα εκραγεί, και ο καπιταλισμός θα μετατραπεί στο αντίθετό του»6.
Από την άλλη μεριά, στο γνωστό άρθρο του «Για το ζήτημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», ο Λένιν επιχειρηματολόγησε ότι ακόμη και αν ο καπιταλισμός προλάβαινε να διανύσει ένα μέρος αυτής της πορείας και δημιουργούνταν οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, θα επρόκειτο για μια βασικά αντιδραστική εξέλιξη που δεν θα έλυνε τις κύριες αντιθέσεις, ούτε θα διευκόλυνε την πρόοδο του επαναστατικού κινή­ματος. «Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης είναι δυνατές ως μια συμφωνία ανάμεσα στους Ευρωπαίους καπιταλιστές… αλλά για ποιο σκοπό; Μόνο για το σκοπό να καταπνί­ξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη, να προστατέψουν από κοινού την αποι­κιακή λεία ενάντια στην Ιαπωνία και την Αμερική… η αύξηση της ισχύος των οποίων κατά τα τελευταία χρόνια ήταν ασύγκριτα πιο γρήγορη από εκείνη της καθυστερημέ­νης και μοναρχικής Ευρώπης που τώρα γίνεται γηρασμένη. Συγκριτικά με τις ΗΠΑ η Ευρώπη ως όλο υποδηλώνει οικονομική στασιμότητα. Πάνω στην παρούσα οικονομική βάση, δηλαδή τον καπιταλισμό, οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα σήμαιναν μια οργάνωση της αντίδρασης για να αναχαιτιστεί η πιο γρήγορη ανάπτυξη της Αμερικής»7.
Σε αυτή τη συνάφεια ο Λένιν έδωσε μια αρκετά διαφορετική πρόβλεψη από εκείνη του Κάουτσκι για το πώς θα ήταν αυτή η παραπέρα ιμπεριαλιστική φάση αν τελικά υλοποιούνταν. Τη χαρακτήρισε ως διιμπεριαλισμό, υπογραμμίζοντας ότι οι βασικές αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού δεν θα καταργούνταν. Αυτό που θα προέκυπτε δεν θα ήταν μια ειρηνική συνεργασία των μεγάλων δυνάμεων, αλλά ένας ανταγωνισμός ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικά μπλοκ που θα συνένωναν το καθένα ορισμένες από αυτές.
Στα Τετράδια για τον Ιμπεριαλισμό, ο Λένιν παραθέτει επιδοκιμαστικά μια πρόβλε­ψη του Τζ. Τσάμπερλεν, ενός ηγετικού αστού πολιτικού της περιόδου: «Ο χριστιανι­σμός, που έχει στεριώσει σε μερικές μεγάλες ομοσπονδιακές αυτοκρατορίες, η καθε­μιά από τις οποίες έχει και μια σειρά μη πολιτισμένες αποικίες και εξαρτημένες χώρες, φαίνεται σε πολλούς σαν η πιο νόμιμη ανάπτυξη των σύγχρονων τάσεων και μάλιστα τέτοια ανάπτυξη που θα πρόσφερε τις περισσότερες ελπίδες για διαρκή ειρήνη πάνω στη στέρεη βάση του διιμπεριαλισμού»8.
Και ο Λένιν σχολιάζει: «Σε τι θα μετατρεπόταν ο “υπεριμπεριαλισμός” του Κά­ουτσκι και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης πάνω στη βάση του καπιταλισμού; Σε “διιμπεριαλισμό”!!»9
Η διαφορά ανάμεσα στα δυο σχήματα, του υπεριμπεριαλισμού και του διιμπεριαλισμού, μπορεί να φαίνεται επουσιώδης και ορολογιακού χαρακτήρα. Στην πραγματικό­τητα, ωστόσο, είναι αρκετά θεμελιώδης.
Στη βάση του σχήματος του Κάουτσκι υπόκειται η ιδέα ότι ο υπεριμπεριαλισμός θα είναι ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού, ριζικά διαφορετικό και ανώτερο από τον κλασι­κό ιμπεριαλισμό. Στο στάδιο αυτό η αστική τάξη θα επιλύσει ουσιαστικά όλες τις δευτε­ρεύουσες αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος, αφήνοντας για τους σοσιαλιστές μόνο την τελευταία αντίθεση, την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Η ίδια υπόθεση, τροποποιημένη ώστε να περιλαμβάνει μια άρνηση και της κύριας αντίθε­σης, θα βρεθεί στη βάση πολλών από τα μεταπολεμικά σχήματα της αστικής ιδεολογίας, όπως τα περί «μεταβιομηχανικής» ή «μετακαπιταλιστικής» κοινωνίας, κ.ά., που κυριάρ­χησαν στην αστική απολογητική στην κεϊνσιανή περίοδο10.
Οι πιο πρόσφατες ιδέες των Χαρντ και Νέγκρι για την «Αυτοκρατορία», ως μια βασικά ομογενοποιημένη, παγκόσμια καπιταλιστική τάξη, είναι επίσης βαθιά επηρεα­σμένες από την επιχειρηματολογία του Κάουτσκι. Οι Χαρντ και Νέγκρι θεωρούν ότι η Αυτοκρατορία, που διαδέχεται τον ιμπεριαλισμό, είναι μια νέα μορφή παγκόσμιας νο­μικής κυριαρχίας «αποτελούμενη από μια σειρά εθνικών και υπερεθνικών οργανισμών ενωμένων κάτω από μια μοναδική λογική διακυβέρνησης». Κατά την άποψή τους, «η παγκοσμιοποίηση θα έπρεπε να είναι προσφιλής στην αριστερά» επειδή οδηγεί σε μια «παγκόσμια ιδιότητα του πολίτη». Οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι το σχήμα τους συνδέεται με εκείνο του Λένιν: «η ανάλυση του ιμπεριαλισμού από τον Λένιν και η κρίση της οδηγεί κατευθείαν στη θεωρία της Αυτοκρατορίας»11. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς ότι αυτό που πραγματικά επιχειρούν είναι μια επιστροφή στις θέσεις του Κά­ουτσκι για ένα βασικά ειρηνικό υπεριμπεριαλισμό, εξανεμίζοντας ακόμη περισσότερο τις ταξικές αντιθέσεις για χάρη της αόριστης αντίθεσης των «ελίτ» και του «πλήθους».
Για τον Λένιν, αντίθετα, ο διιμπεριαλισμός είναι μόνο μια τελευταία νοητή φάση του ίδιου του ιμπεριαλισμού. Η φάση αυτή δεν λύνει πραγματικά καμιά από τις αντιφά­σεις του, ούτε καταργεί τις τάσεις για όξυνση των ανισοτήτων, των συγκρούσεων, κ.ά. Απλά τις τροποποιεί και τους δίνει έναν πιο οργανωμένο, κεντρικά κατευθυνόμενο και χειριζόμενο από τις ιμπεριαλιστικές ελίτ, χαρακτήρα. Στην ανάλυση του Λένιν υπόκει­ται έτσι η αντίθετη ιδέα ότι η διατήρηση –και μάλιστα η όξυνση– της κύριας αντίθεσης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο αναπαράγει αναγκαία, έστω και διαφοροποιη­μένα, όλες τις δευτερεύουσες αντιθέσεις.
Στο ανοδικό στάδιο της παγκοσμιοποίησης, χοντρικά στα 1990-2007, όταν οι αντα­γωνισμοί είχαν σε κάποιο βαθμό καλυφθεί και μετριαστεί, θα μπορούσε να θεωρηθεί ίσως ακόμη αμφισβητούμενο το ποια από τις δυο προσεγγίσεις επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα. Οι εξελίξεις μετά το ξέσπασμα της κρίσης λύνουν το ζήτημα οριστικά και αμετάκλητα υπέρ της πρόβλεψης του Λένιν.
Ένα πρόσφατο βιβλίο ενός ακραία κυνικού αλλά οξυδερκούς απολογητή του ιμπε­ριαλισμού, του Χ. Κίσινγκερ, το Παγκόσμια Τάξη, παρέχει αθέλητα παραπέρα ισχυρή μαρτυρία υπέρ του διιμπεριαλισμού. Ο Κίσινγκερ αναγνωρίζει εκεί ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης απέτυχε να επιλύσει έστω και μια από τις αντιφάσεις του παρελ­θόντος. Παραδέχεται ότι «η έννοια της τάξης που υπέκειτο της σύγχρονης εποχής είναι σε κρίση»12, αναφέροντας ως συμπτώματά της τον εμφύλιο στη Λιβύη, την παράλυση των αμερικανόπνευστων καθεστώτων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, τις εντάσεις με τη Ρωσία και την όξυνση του αμερικάνικου ανταγωνισμού με την Κίνα. Ο ίδιος εντοπί­ζει τρεις θεμελιώδεις αποτυχίες του παγκόσμιου συστήματος: η απονομιμοποίηση των κρατών και το προκύπτον κενό εξουσίας, ιδιαίτερα στην Ευρώπη· οι δομικές ανισότη­τες της παγκοσμιοποίησης που ωθούν τους χαμένους σε ισχυρές αντιδράσεις· η πλήρης έλλειψη ενός μηχανισμού συνεργασίας των μεγάλων δυνάμεων.
Ακόμη πιο σημαντικά, ο Κίσινγκερ ζωγραφίζει μια εφιαλτική εικόνα παραπέρα όξυνσης των συρράξεων με τον κόσμο να χωρίζεται σε ανταγωνιστικές αυτοκρατορίες, στα όρια και στο εσωτερικό των οποίων θα προκύπτουν διαρκώς νέες αναφλέξεις και εντάσεις.
«Το τίμημα για την αποτυχία», γράφει, «δεν θα είναι τόσο πολύ ένας μεγάλος πόλεμος μεταξύ κρατών (αν και σε μερικές περιοχές αυτό παραμένει πιθανό) όσο μια εξέλιξη σε σφαίρες επιρροής ταυτιζόμενες με ιδιαίτερες εγχώριες δομές και μορφές διακυβέρνη­σης. Στα άκρα της, η κάθε σφαίρα θα έμπαινε σε πειρασμό να δοκιμάσει τη δύναμή της ενάντια σε άλλες οντότητες που θεωρούνται μη νομιμοποιημένες. Ένας αγώνας μεταξύ περιοχών θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο εξουθενωτικός από ότι υπήρξε ο αγώνας μεταξύ εθνών»13.
Ο Κίσινγκερ δεν ενδιαφέρεται, φυσικά, για την παγκόσμια ειρήνη. Κύριο μέλημά του είναι η διασφάλιση της αμερικάνικης παγκόσμιας κυριαρχίας: «η επιβεβαίωση της εξαιρετικής φύσης της Αμερικής πρέπει να διατηρηθεί»14, δηλώνει ανοιχτά. Ωστόσο, η εικόνα του καπιταλιστικού μέλλοντος που ρεαλιστικά σκιαγραφεί δεν έχει καμιά σχέση με τον ειρηνικό υπεριμπεριαλισμό του Κάουτσκι ή την Αυτοκρατορία των Νέγκρι και Χαρντ. Στα κύρια σημεία της συμπίπτει με την πρόβλεψη του Λένιν.

Σημειώσεις
1. Για τις αντιφάσεις αυτού του αρχικού σταδίου, βλέπε Ε. Μαντέλ, «Ο διεθνής καπιταλισμός και οι υπερεθνικοί θεσμοί», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 13, σελ. 233-56. 122
2. Βλ. Κωστόπουλος, Τρ. (2010), σελ. 23. 124
3. K. Kautsky, «Ultra-imperialism», http://www.marxists.org/archive/kautsky/1914/09/ultra-imp.htm.
4. K. Kautsky, «War and Peace», https://www.marxists.org/archive/kautsky/1911/04/war1911.htm.
5. Εισαγωγή του Λένιν στο Ν. Μπουχάριν, Ιμπεριαλισμός και Παγκόσμια Οικονομία (2004), σελ. 18, 16-17.
6. Στο ίδιο, σελ. 18.
7. Λένιν, «On the Slogan for a United States of Europe», https://www.marxists.org/archive/lenin/ works/1915/aug/23.htm.
8. Λένιν, Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 28, σελ. 408. Ο Λένιν παραθέτει από το βιβλίο του Χόμπσον για τον ιμπεριαλισμό.
9. Στο ίδιο, σελ. 409.
10. Η κλασική σύνοψη αυτών των προσεγγίσεων δόθηκε από τον D. Bell (1974). Το κοινό υπέδαφός τους ήταν η υπερεκτίμηση της σταθεροποίησης του καπιταλισμού από την ενδυνάμωση των μεσοστρωμάτων, που καταστρέφονται πλέον μαζικά, κατά την κεϊνσιανή περίοδο. Στην πράξη, κάτω από την αταξική φρασεολογία τους, προετοίμασαν το πέρασμα στο νεοσυντηρητισμό- νεοφιλελευθερισμό, ένας από τους πρώτους εκπροσώπους του οποίου ήταν και ο Ντ. Μπελ.
11. Για τα παραθέματα και εκτενέστερη ανάλυση, βλέπε Mashir, Α.-Μ. (2003), «The illusions of Empire», http://monthlyreview.org/2004/06/01/the-illusions-of-empire/.
12. «Henry Kissinger on the Assembly of a New World Order», http://online.wsj.com/articles/henry-kissinger-on-the-assembly-of-a-new-world-order-1409328075.
13. Στο ίδιο.
14. Στο ίδιο.

*Το παρόν είναι ένα μέρος από το άρθρο των Γ. Τόλιου και Χρ. Κεφαλή, «Το καπιταλιστικό σύστημα στις αρχές του 21 αιώνα και τα προβλήματα της επαναστατικής στρατηγικής», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 16, σελ. 103-150.