Εισαγωγή: Η χρηματιστικοποίηση είναι ένας βαθύς δομικός μετασχηματισμός του ώριμου καπιταλισμού


Η παρουσία του χρηματοοικονομικού τομέα στις σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες είναι εξαιρετική από άποψη μεγέθους, διείσδυσης και επιρροής πάνω στην πολιτική. Είναι δίκαιο να πούμε ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει χρηματιστικοποιη­θεί, ακόμη και αν δεν υπάρχει σαφής συμφωνία σχετικά με την έννοια του όρου. Ταυτό­χρονα, ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει φτάσει να εξαρτάται ολόπλευρα από το κράτος για τις λειτουργίες του, και μάλιστα για την επιβίωσή του. Η χρηματιστικοποίηση του καπιταλισμού θα ήταν αδιανόητη χωρίς την ενεργό παρέμβαση του κράτους.
Η χρηματιστικοποίηση του καπιταλισμού είναι καλύτερα κατανοητή ως μια περίο­δος ιστορικού μετασχηματισμού, μια κοσμοϊστορική αλλαγή ριζωμένη στις διαδικασίες της καπιταλιστικής συσσώρευσης1. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η χρηματιστικοποίηση είναι το άθροισμα των ακόλουθων τριών θεμελιωδών τάσεων που παρατηρούνται ευρέως στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες.


Πρώτον, οι μεγάλες, μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (βιομηχανικές και εμπορικές) έχουν γίνει πιο ανεξάρτητες από τις τράπεζες, αλλά εμπλέκονται πιο ισχυρά σε χρη­ματοοικονομικές συναλλαγές για δικό τους λογαριασμό. Κατέχουν τεράστιες ποσότητες μετρητών μέσω μη διανεμόμενων κερδών και χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο αυτά τα χρήματα για να συμμετέχουν σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές – σε κάποιο βαθμό έχουν χρηματιστικοποιηθεί οι ίδιες.


Δεύτερον, οι τράπεζες έχουν οι ίδιες μετασχηματιστεί με τον αναπροσανατολισμό των δραστηριοτήτων τους προς τις ανοικτές χρηματοπιστωτικές αγορές και τα νοικοκυ­ριά. Οι τράπεζες συνεχίζουν να αποκομίζουν κέρδη, εν μέρει, μέσα από την παραδοσια­κή επιχείρηση του δανεισμού για την παραγωγή, αλλά πλέον δυναμική περιοχή κερδο­φορίας έχουν αποβεί οι συναλλαγές σε μια ποικιλία χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για να κερδίζουν αμοιβές, προμήθειες και κέρδη, σε συνδυασμό με τις πιο συμβατικές δοσοληψίες με τα νοικοκυριά.


Τρίτον, τα νοικοκυριά και οι μεμονωμένοι εργαζόμενοι έχουν τραβηχτεί σε μεγάλο βαθμό στο επίσημο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι μισθοί αυξάνονται αργά, ή ακόμη και μένουν στάσιμοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, και οι εργαζόμενοι έχουν συμπλη­ρώσει το εισόδημά τους με δανεισμό. Επιπλέον, τα νοικοκυριά παραδοσιακά ικανο­ποιούν τις βασικές ανάγκες για στέγαση, υγεία, παιδεία, συντάξεις, ασφάλιση, κοκ, σε μεγάλο βαθμό μέσω της δημόσιας μέριμνας.


Ωστόσο, κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες η δημόσια μέριμνα έχει υποχωρή­σει και η ιδιωτική μέριμνα έχει πάρει τη θέση της. Η ιδιωτική χρηματοδότηση έχει γίνει ο μεσολαβητής αυτής της διαδικασίας και, κατά συνέπεια, τα νοικοκυριά έχουν γίνει πιο χρεωμένα και περισσότερο εξαρτώμενα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα για περιου­σιακά στοιχεία – τα νοικοκυριά είναι πλέον ένα πεδίο κερδοσκοπίας για τις τράπεζες.


Η χρηματιστικοποίηση ξεκίνησε στη δεκαετία του 1970 και, όπως όλοι οι ιστορικοί μετασχηματισμοί, χρειάστηκε χρόνος για να αναδυθεί ξεκάθαρα. Κατά τις επόμενες τέσ­σερις δεκαετίες καθιερώθηκε στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες, αν και ακόμη παίρνει διάφορες μορφές μεταξύ των κορυφαίων χωρών. Έτσι, η χρηματιστικοποίηση στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζει μια πολύ πιο στενή σχέση μεταξύ των νοικοκυ­ριών και του χρηματοπιστωτικού τομέα από ό,τι στην Ιαπωνία και τη Γερμανία, ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι και οι δύο τελευταίες χώρες έχουν επίσης χρηματι­στικοποιηθεί. Στη δεκαετία του 1990 και του 2000 η χρηματιστικοποίηση, επίσης, άρχισε να εξαπλώνεται σε χώρες μεσαίου εισοδήματος, όπως η Βραζιλία, η Τουρκία και το Με­ξικό, αλλά σε μια υπαγμένη εκδοχή, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικά που προέρχονται από τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων και το διεθνή ρόλο του δολαρίου ως αποθεματικό νόμισμα2. Νέα πρότυπα οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και τελικά πολιτικής εξουσίας έχουν, συνεπώς, αρχίσει να εξαπλώνονται σε όλη την παγκόσμια οικονομία.


Η χρηματιστικοποίηση έχει επιφέρει βαθιές αλλαγές στην κοινωνική δομή του σύγχρονου καπιταλισμού. Κατά πρώτο λόγο, υπήρξε μια περίοδος ακραίας ανισότητας, αφανίζοντας το σύνολο των οφελών της ισότητας που επιτεύχθηκαν στη διάρκεια των δεκαετιών αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αναβιώνοντας μια εικόνα του καπιταλισμού, που θυμίζει έντονα τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η ανισότητα έχει αυ­ξηθεί δραματικά από εισοδηματική άποψη, αλλά και από την άποψη της λειτουργικής κατανομής του εθνικού εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας3. Τα υψηλότερα κλιμάκια στην κατανομή εισοδήματος έχουν ιδιοποιηθεί τον κύριο όγκο της αύξησης της παραγωγικότητας των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, σε μεγάλο βαθμό χρησιμο­ποιώντας τους μηχανισμούς του χρηματοπιστωτικού τομέα. Παρόμοια, το κεφάλαιο έχει ιδιοποιηθεί ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της ετήσιας παραγωγής σε βάρος της εργα­σίας. Νέες μορφές κέρδους έχουν αναδειχθεί καθώς οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές έχουν επιτρέψει τη μεταφορά εισοδήματος και πλούτου απευθείας από τα νοικοκυριά και άλλους κατόχους πλούτου. Οι ηγετικοί χρηματιστές, αλλά και οι βιομηχανικοί και εμπορικοί καπιταλιστές, έχουν ιδιοποιηθεί τεράστια κέρδη με τη μορφή μπόνους και ανταμοιβών μέσω χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Τα φαινόμενα αυτά έχουν συμβάλει στη χρηματιστική απαλλοτρίωση μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού από μικρές ομάδες οικονομικών παραγόντων που έχουν στρατηγικές θέσεις μέσα σε μεγάλες επιχειρήσεις και σε μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι πλούσιοι έχουν συγκεντρώσει τεράστια εισοδήματα δήθεν ως μισθούς και άλλες πληρωμές για «εργασία» και όχι ως αμοιβή για την ιδιοκτησία του κεφαλαίου.

Το κράτος και ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην εποχή της χρηματιστικοποίησης 


Η χρηματιστικοποίηση γνώρισε μια βαθιά αλλαγή στην κυρίαρχη ιδεολογία του σύγχρο­νου καπιταλισμού, εκτεινόμενη από τα αιθέρια πεδία της ακαδημίας ως τις μικρότερες κόγχες της καθημερινής ζωής. Η περίοδος αυτή έχει χαρακτηριστεί από την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, ενός συνόλου εννοιών που αποτελούν μια κατάλληλη ιδεολο­γία για την εποχή της χρηματιστικοποίησης. Έτσι, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία έχει φαι­νομενικά μεταχειριστεί την κρατική παρέμβαση στην οικονομία με μεγάλη καχυποψία, ή ακόμα και απερίφραστη εχθρότητα4. Τα συνθήματά της έχουν σταθεί η απορρύθμιση, η ιδιωτικοποίηση και η απελευθέρωση, προσδίδοντάς της μια φαινομενικά εχθρική στάση απέναντι στο κράτος. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι πραγματικά εχθρικός προς το κράτος. Απεναντίας, ο βασικός στόχος της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας είναι να αναλάβει το κράτος, αξιοποιώντας τους μηχανισμούς του για να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε όλη την οικονομία και την κοινωνία. Κανένας τομέας της οικονομίας δεν έχει ωφεληθεί περισσότερο από τη νεοφιλελεύθερη κατάληψη του κράτους από το χρη­ματοπιστωτικό τομέα. Η χρηματιστικοποίηση των ώριμων οικονομιών θα ήταν αδιανόη­τη χωρίς τον υποβοηθητικό και καταλυτικό ρόλο του κράτους.
Για να γίνουμε λίγο πιο ακριβείς, ο ρόλος του κράτους στην οικονομία κατά τις τελευταίες δεκαετίες ήταν αρκετά μεταβλητός στις ώριμες χώρες, ανάλογα με τις θεσμικές δομές τους και την ιστορική τους πορεία. Στο χρηματοπιστωτικό τομέα, ωστόσο, τρία χαρακτηριστικά της κρατικής παρέμβασης έχουν γενικά παρατηρηθεί, βάζοντας έτσι το σημάδι τους στην περίοδο της χρηματιστικοποίησης. Και τα τρία είναι απόδειξη του κεντρικού ρόλου του κράτους στη διαμόρφωση της καπιταλιστικής συσσώρευσης στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, προσδίδοντας έτσι στο σύγχρονο καπι­ταλισμό το χρηματοπιστωτικό χαρακτήρα του.


Πρώτο, το κράτος διευθύνει και μεθοδικά αξιοποιεί το χρήμα της κεντρικής τράπεζας. Καθώς ο καπιταλισμός έχει ωριμάσει, το χρήμα έχει συνεχίσει να εξελίσσεται και απολύτως κυρίαρχη μορφή του έχει γίνει το χωρίς αξία πιστωτικό χρήμα5. Αυτή η μορφή χρήματος δημιουργείται συνήθως από ιδιωτικές τράπεζες που χορηγούν δάνεια προς τις επιχειρήσεις και άλλους. Είναι ένα εγγενώς χωρίς αξία χρήμα (κυρίως τραπεζικές καταθέσεις) που δεν είναι υποχρεωτικά μετατρέψιμο σε οτιδήποτε περιέχει αξία. Τελικά, θα μπο­ρούσε να μετατρέπεται υποχρεωτικά μόνο σε μια παρόμοια μορφή πιστωτικού χρήματος (τραπεζογραμμάτια και καταθέσεις) που δημιουργείται επίσης από την κεντρική τράπεζα.


Το χρήμα της κεντρικής τράπεζας είναι, έτσι, μια μορφή νόμιμου χρήματος, που υποστηρίζεται από την εξουσία του κράτους και γίνεται δεκτό στην πληρωμή για αγαθά ή το διακανονισμό άλλων υποχρεώσεων, αν και το ίδιο δεν είναι μετατρέψιμο σε οτιδήποτε με αξία. Κοντολογίς, στο σύγχρονο καπιταλισμό, η κυρίαρχη μορφή της εγχώριας χρημα­ταγοράς (που δημιουργείται από τις ιδιωτικές τράπεζες), εξαρτάται πλήρως από μια χωρίς αξία μορφή χρήματος που δημιουργείται από την κεντρική τράπεζα, η οποία είναι ουσι­αστικά ένας βραχίονας του κράτους. Η τεράστια δομή των άλλων νομισματικών μορφών στο σύγχρονο καπιταλισμό στηρίζεται σε μεγάλο μέρος στη συγκατάθεση του κράτους για την αποδοχή της. Το κράτος έχει απόλυτο μονοπώλιο των τελικών μέσων πληρωμής και τα χρησιμοποίησε αδιάλειπτα για να στηρίξει τη χρηματιστικοποίηση.
Ο έλεγχος πάνω στο χωρίς αξία νόμιμο χρήμα επέτρεψε στην κεντρική τράπεζα να λειτουργήσει ως το τελικό στήριγμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την άπο­ψη της ρευστότητας. Η σημασία αυτού του ρόλου της κεντρικής τράπεζας αποδείχθηκε ξεκάθαρα στη διάρκεια της κρίσης του 2007-2009. Η Αμερικάνικη Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Τράπεζα της Αγγλίας και άλλες σημαντικές κεντρικές τράπεζες, παρενέβησαν σε μεγάλο βαθμό για να κατευνάσουν την έλλειψη ρευστότη­τας στις αγορές χρήματος, διασώζοντας έτσι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα από την καταστροφική συρρίκνωση. Ο έλεγχος πάνω στη ρευστότητα (δηλαδή, το άνευ αξίας νόμιμο χρήμα) εξασφαλίστηκε μέσω των κεντρικών τραπεζών που κατέχουν τερά­στια ποσά κρατικών τίτλων, καθώς και την έμμεση εγγύηση του κράτους για τη φερεγ­γυότητά τους. Αυτά τα λειτουργικά χαρακτηριστικά των κεντρικών τραπεζών παρείχαν, επίσης, το τελικό θεμέλιο για την ικανότητά τους να επηρεάζουν τα επιτόκια. Κοντολο­γίς, ο κυρίαρχος ρόλος της κεντρικής τράπεζας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, συμπε­ριλαμβανομένης της ικανότητάς της να επηρεάζει τα επιτόκια, βασίστηκε στον έλεγχο του κράτους πάνω στο χρήμα, τους τίτλους του Δημοσίου και τις κρατικές εγγυήσεις.
Δεύτερο, τα πιο ισχυρά κράτη του κόσμου –πάνω απ’ όλα, οι ΗΠΑ– έχουν αποκτήσει έλεγχο πάνω στα διεθνή χρηματικά αποθέματα στη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων δεκαετιών. Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970, ο ρόλος του παγκόσμιου χρήματος παιζόταν κυρίως από το δολάριο το οποίο ήταν, ωστόσο, υποχρεωτικά μετατρέψιμο σε χρυσό με μια σταθερή ισοτιμία, τουλάχιστον στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών. Η τελική κατάρρευση της Συμφωνίας Bretton Woods το 1973 απελευθέρωσε τις ΗΠΑ από την υποχρέωση αυτή. Στη διάρκεια των επόμενων τεσσάρων δεκαετιών το δολάριο ΗΠΑ (και σε πολύ μικρότερο βαθμό άλλα νομίσματα) έχει παίξει το ρόλο του διεθνούς μέσου πληρωμής και του αποθεματικού νομίσματος, χωρίς να είναι μετατρέψιμο σε οτιδήποτε με αξία. Πέρα από τη σημαντική ελευθερία στην κυ­βέρνηση των ΗΠΑ για να ακολουθεί τη δική της εγχώρια νομισματική πολιτική, η εξέλιξη αυτή επέτρεψε επίσης την παγκόσμια εξάπλωση της χρηματιστικοποίησης.
Στα χρόνια της χρηματιστικοποίησης υπήρξε τεράστια εξαγωγή κεφαλαίου, προωθώντας την παραγωγική ικανότητα πέραν των συνόρων και τη διάδοση των εργασιών των τραπεζών. Ο μεγαλύτερος όγκος εξαγωγών κεφαλαίου σημειώθηκε κυρίως μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών, αλλά τα τελευταία χρόνια υπήρξαν επίσης σημαντικές ροές προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ωστόσο, καθώς η χρηματιστικοποίηση επιταχυνόταν στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο έλαβε χώρα, δηλαδή η αντιστροφή των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου σε καθαρή βάση. Καθώς οι αναπτυσ­σόμενες χώρες συσσώρευσαν αποθέματα δολαρίων με την αγορά κρατικών τίτλων των ΗΠΑ, το κεφάλαιο έρευσε πίσω στις ΗΠΑ, ξεπερνώντας τις ροές άμεσων επενδύσεων και επενδύσεων χαρτοφυλακίου στο εξωτερικό από τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν βρει τους εαυτούς τους να χρηματοδοτούν τις δραστηριότητες του πιο ισχυρού κράτους στον κόσμο, και να πληρώνουν ένα σημαντικό κόστος για το προνόμιο, αφού κατέχουν τεράστια ποσά χρηματικών κεφαλαίων με τη μορφή αμερικάνικων δολαρίων, κερδίζοντας πολύ λίγα.
Οι αντίστροφες ροές κεφαλαίων –που δημιουργούνται από συναλλαγές μεταξύ των κρατών μάλλον παρά από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις– ευνόησαν τη χρηματιστικοποίηση και στα δύο άκρα. Τα κεφάλαια που φτάνουν στις ΗΠΑ έχουν αυξήσει τους όγκους της διαθέσιμης ρευστότητας για επενδύσεις και κερδοσκοπία στις χρηματιστηριακές αγο­ρές. Αυτό ήταν ένα σημαντικό μέρος της τεράστιας χρηματοπιστωτικής φούσκας του 2001-2007 που τελικά οδήγησε στην κρίση του 2007-2009. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, από την άλλη, η κατοχή τεράστιων αποθεμάτων σε δολάρια σήμαινε ότι οι κεντρικές τράπεζες έπρεπε να παρέμβουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές για να αποτρέψουν μια άνοδο του πληθωρισμού. Κατά συνέπεια, οι κεντρικές τράπεζες στις αναπτυσσόμενες χώρες έχουν δημιουργήσει άμεσα ρευστοποιήσιμα χρεόγραφα τα οποία διατέθηκαν στις εγχώριες τράπεζες6. Η αύξηση της διαθέσιμης ρευστότητας για τις εγχώριες τράπεζες, μαζί με ροές κεφαλαίων χαρτοφυλακίου από το εξωτερικό έδωσε ώθηση στη χρημα­τιστικοποίηση, οι βασικές πρακτικές της οποίας μεταφέρθηκαν στις αναπτυσσόμενες χώρες από τις ξένες τράπεζες που κατέφταναν σε μεγάλους αριθμούς. Σημειώθηκε ση­μαντική αύξηση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε ένα ευρύ φάσμα αναπτυσσόμενων χωρών κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Για άλλη μια φορά, η αύξηση αυτή είναι σε μεγάλο μέρος το αποτέλεσμα κρατικών πολιτικών και δράσεων.
Τρίτο, και πιο αναφορικό προς αυτό το δοκίμιο, το κράτος έχει ενθαρρύνει τη χρηματιστικοποίηση με την αλλαγή του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου της χρηματοδότησης. Η χρηματιστικοποίηση έχει διευκολυνθεί άμεσα από την απελευθέρωση του εγχώριου χρηματοπιστωτικού τομέα όσον αφορά τα επιτόκια, αλλά και όσον αφορά τις δραστηριότητες και τις πρακτικές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ακόμα πιο αποφασιστικά, η χρηματιστικοποίηση έχει διευκολυνθεί από την άρση των διεθνών νομισματικών και χρηματιστικών ελέγχων. Αφότου η συμφωνία του Bretton Woods κατέρρευσε τελικά το 1973, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ των ώριμων χωρών έγιναν ευέλικτες και οι διασυνοριακές ροές κεφαλαίου προοδευτικά απελευθερώθηκαν. Αυτές οι αποφασιστικές μορφές απορρύθμισης, μαζί με νέες και διαφορετικές μορφές ρύθμι­σης του χρηματοπιστωτικού τομέα, έχουν συντελέσει αποφασιστικά στη χρηματιστικο­ποίηση. Αυτό το θέμα ερευνάται διεξοδικότερα στο επόμενο μέρος.

Σημειώσεις
1. Αυτή η άποψη της χρηματιστικοποίησης, και πραγματικά όλη η επιχειρηματολογία σε αυτό το δοκίμιο αντλεί ισχυρά από το Lapavitsas C. (2013), Profiting without Producing: How Finance Exploits us All, Verso: Λονδίνο και Νέα Υόρκη.
2. Για μια εξαιρετική ανάλυση της υπαγμένης χρηματιστικοποίησης, βλέπε Powell J. (2013), Sub­ordinate Financialisation: A Study of Mexico and its Non-Financial Corporations, Unpublished PhD Thesis, SOAS, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
3. Βλέπε Lapavitsas (2013: κεφ. 7).
4. Το Mirowski (2013), Never Let a Serious Crisis Go to Waste: How Neoliberalism has Survived the Financial Crisis, Verso: Λονδίνο και Νέα Υόρκη, παρέχει μια ξεχωριστή ανάλυση του διανο­ητικού πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού και της βαθιά διφορούμενης σχέσης του προς το κράτος.
5. Βλέπε Lapavitsas (2013: κεφ. 4).
6. Για μια εξαιρετική ανάλυση, βλέπε Painceira J.P. (2011), Central Banking in Middle Income Countries in the Course of Financialisation: A Study with Special Reference to Brazil and Korea, Unpublished PhD Thesis, SOAS, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

*Το παρόν είναι ένα απόσπασμα από το άρθρο του Κ. Λαπαβίτσα «Το κράτος και o χρηματοπιστωτικός τομέας στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 16, σελ. 151-163.