Η Ρόζα Λούξεμπουργκ τόσο διαμορφώθηκε από, όσο και, σε ασυνήθιστο βαθμό, διαμόρφωσε τις ιστορικές συνθήκες της εποχής της. Οι αρχές του 20ού αιώνα ήταν μια περίοδος γοργών μετασχηματισμών και πολιτικής αναταραχής, καθώς ο καπιταλισμός επεκτεινόταν σε όλη την υδρόγειο. Η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση ήταν, όπως το έθεσε ο Γκέοργκ Λούκατς, μια «πραγματικότητα» και η Λούξεμπουργκ συμμετείχε σε δύο επαναστάσεις στη σύντομη ζωή της. Αν ζούσε, είναι μια σαφής πιθανότητα ότι η μοίρα της Γερμανικής Επανάστασης, και επομένως του κόσμου, θα ήταν διαφορετική. Αυτό δεν σημαίνει να επαναλαμβάνουμε μια εκδοχή της ιστορικής θεωρίας των «μεγά­λων προσωπικοτήτων», αλλά μάλλον να αναγνωρίζουμε ότι τα άτομα μπορούν και παί­ζουν καθοριστικό ρόλο σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια. Στο πλαίσιο της συρροής των γεγονότων το 1918 η Λούξεμπουργκ και ο σύντροφός της, ο Καρλ Λίμπκνεχτ, ήταν πολύτιμοι ηγέτες που είχαν το δυναμικό να παράσχουν αποφασιστική καθοδήγηση για το επαναστατικό κίνημα. Αντί αυτού, δολοφονήθηκαν, και έτσι αφαιρέθηκαν από την εξίσωση. Ο Pierre Broué συλλογίζεται στην ιστορία του της Γερμανικής Επανάστασης:
«Το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα μπορούσε να είχε νικήσει, αν και νικήθηκε. Δεν υπάρχει κανένα Βιβλίο Πεπρωμένου, στο οποίο η νίκη του Ρωσικού Οκτώβρη και η ήττα του Γερμανικού Οκτώβρη, και η νίκη του Στάλιν και κατόπιν του Χίτλερ, θα μπορούσε να έχει γραφτεί εκ των προτέρων. Είναι τα ανθρώπινα όντα που κάνουν την ιστορία» (1971, 649).


Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι την ίδια στιγμή που επηρέασε την ιστορία ως ένα άτομο, η Λούξεμπουργκ ήταν άρρηκτα μέρος της ευρύτερης εργατικής κολεκτίβας που αποτελούσε το θεμέλιο του πολιτικού περιβάλλοντός της.
Η Λούξεμπουργκ, γεννημένη στην Πολωνία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της εργαζόμενη για το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας, το SPD. Σε αντίθεση με τους επαγγελματίες κομματικούς γραφειοκράτες, που είχαν αποσυνδεθεί από τη ζωή της πλειοψηφίας, η Λούξεμπουργκ έμεινε σε συνεχή επαφή με τους εργαζό­μενους, από τις πρώτες εμπειρίες της στο πολωνικό εργατικό κίνημα, μέσω του πρώιμου σοσιαλιστικού έργου της στο SPD ανάμεσα στους εργάτες ορυχείων στην Άνω Σιλεσία, μέσω των περιοδειών και των διαλέξεών της μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, ως την προπαγάνδα της μεταξύ των αγωνιζόμενων εργατών στους δρόμους του Βερολίνου τις τελευταίες μέρες της ζωής της.
Η περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών που προκάλεσαν οι Μπολσεβίκοι στη Ρω­σία από τον Paul Le Blanc συλλαμβάνει τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της εποχής της Λούξεμπουργκ: «Το λενινιστικό κόμμα ήρθε στην ύπαρξη μέσα σε μια συνάφεια: ως μέρος ενός πλατιού παγκόσμιου σχηματισμού της εργατικής τάξης, ως μέρος ενός αναπτυσσόμενου εργατικού κινήματος, και ως μέρος μιας εξελισσόμενης εργατικής ρι­ζοσπαστικής κουλτούρας» (2006, 150). Η πολιτικά συνειδητή εργατική τάξη ήταν σε άνοδο· ο σοσιαλισμός ήταν στο επίκεντρο ενός μαζικού εργατικού κινήματος· και το SPD παρείχε μια ζωτική πολιτική κουλτούρα, η οποία συλλαμβάνεται από τη Mary Nolan στην τοπική μελέτη της:
«Η σοσιαλδημοκρατία παρείχε ένα λεξιλόγιο για την ανάλυση της κοινωνίας και ένα όραμα για το οποίο να αγωνιστείς. Πρόσφερε ένα όχημα για την αντιμετώπιση της αστικής βιομηχανικής κοινωνίας και για τη διαμαρτυρία ενάντια στις αδικίες του καπι­ταλισμού και τον πολιτικό αυταρχισμό. Κατά τη διαδικασία της εκπλήρωσης αυτών των λειτουργιών, η σοσιαλδημοκρατία δημιούργησε ένα πολιτικό και οικονομικό κίνημα και ένα νέο είδος εργατικής κουλτούρας, η οποία συγκέντρωσε χιλιάδες εργαζόμενους του Ντίσελντορφ που στο παρελθόν χωρίζονταν από τις δεξιότητες και την εργασία, από τη θρησκεία και τη γεωγραφική καταγωγή, από τις εμπειρίες και τις προσδοκίες» (1981, 3).
Από τη σκοπιά ενός σοσιαλιστή που ζει σήμερα στις ΗΠΑ, το πολιτικό περιβάλλον δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικό. Το εργατικό κίνημα, όπως περιγράφεται, για παράδειγμα, στο πρόσφατο βιβλίο του Kim Moody Το Εργατικό Κίνημα των ΗΠΑ σε Αναταραχή και Μετάβαση, βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τη γεμάτη αυτοπεποίθηση, μαχητική εργατική τάξη μέσα και γύρω από το SPD:
«Τα συνδικάτα ως θεσμοί, με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις εδώ και εκεί, έχουν χάσει τα μέλη τους και αποδείχτηκαν ανίκανα να στρατολογήσουν νέα σε επαρκείς αριθμούς για να επιβραδύνουν, πόσο μάλλον να αντιστρέψουν, την επιδεινούμενη ισορροπία των ταξικών δυνάμεων στην αμερικανική κοινωνία που έχει δημιουργήσει μια καπιταλιστι­κή τάξη υπερπλούσιων ατόμων, των οποίων ο πλούτος δεν έχει προηγούμενο στην ιστο­ρία. Το κόστος αυτού είναι μια εργατική τάξη που έχει χάσει έδαφος, σχεδόν σε κάθε τομέα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής» (2007, 2).
Βεβαίως, ακριβώς επειδή οι διαφορές της συνάφειας είναι τόσο έντονες, τα γραπτά της Λούξεμπουργκ συνεχίζουν να είναι μεγάλης αξίας: μπορούμε να μάθουμε πολλά από αυτό το αποκορύφωμα της πάλης της εργατικής τάξης. Με τη μεγάλη ύφεση του 2008/09 να παρουσιάζει στον παγκόσμιο καπιταλισμό τη μεγαλύτερη κρίση του στη διάρκεια γενεών, οι αρχές του 21ου αιώνα, είναι επίσης μια εποχή κοινωνικής αστά­θειας και αλλαγής1. Η κλίμακα της κρίσης οδήγησε σε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον μαρξισμό παγκοσμίως, μαρτυρίες του οποίου υπήρξαν η επιτυχία του περιοδικού Ιστορικός Υλισμός και των συνδιασκέψεών του· η δημοσίευση μαρξιστικών βιβλίων από μεγάλους εκδοτικούς οίκους· η εντυπωσιακή αύξηση των πωλήσεων του Κεφαλαίου και του Κομμουνιστικού Μανιφέστου του Μαρξ· η κατάταξη στα μπεστ σέλερ του προλετα­ριακού μυθιστορήματος Kanikosen· και η δημοσιότητα γύρω από μια ιαπωνική κόμικ εκδοχή του Κεφαλαίου. Σύμφωνα με τα λόγια ενός ρεπορτάζ του BBC σχετικά με τις διαμαρτυρίες ενάντια στους G-20 στο Λονδίνο: «Η οικονομική κρίση... έκανε την κρι­τική στον καπιταλισμό και πάλι αποδεκτή». Και όμως, τέτοιες αναλαμπές του δυναμι­κού ενός ανανεωμένου ενδιαφέροντος στο μαρξισμό είναι παρ’ όλα αυτά μικρές, ενώ η σχετική επιτυχία της ακροδεξιάς, ειδικά στην Ευρώπη, είναι τρομακτική. Το έργο της ανοικοδόμησης μιας «ριζοσπαστικής εργατικής κουλτούρας» είναι επείγον.
Σε ό,τι ακολουθεί, θα εξετάσω τα κεντρικά διδάγματα από ένα από τα πιο σημα­ντικά έργα της Λούξεμπουργκ, το Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, και θα αξιολογήσω την καταλληλότητά τους περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα. Η συνάφεια για τη συζήτηση που οδήγησε στο Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση της Λούξεμπουργκ ήταν η μεταμόρφωση του SPD, από μια μικρή επαναστατική ομάδα που λειτουργούσε σε συν­θήκες παρανομίας, σε ένα μαζικό πολιτικό κόμμα με αντιπροσώπευση στους επίσημους πολιτικούς θεσμούς της περιόδου. Ενώ ένας πιο λεπτομερής απολογισμός είναι πέρα από τα όρια του παρόντος άρθρου, εν συντομία, η ανάπτυξη μιας επαγγελματικής γρα­φειοκρατίας συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη των ρεφορμιστικών, ή ρεβιζιονιστικών, πολιτικών, τη μετακίνηση μακριά από τα κεντρικά δόγματα του επαναστατικού μαρξι­σμού. Ο Έντουαρντ Μπερνστάιν, εξόριστος στην Αγγλία κάτω από τους αντι-σοσιαλι­στικούς νόμους (οι οποίοι καταργήθηκαν το 1890), έγινε ένας από τους κύριους εκπρο­σώπους αυτής της τάσης, η οποία αναπτύχθηκε σε μια πολιτική παράδοση που συνέχισε να ασκεί επιρροή, με διάφορες μορφές, σε όλο τον περασμένο αιώνα. Σε ό,τι ακολουθεί θα χρησιμοποιήσω τον Μπερνστάιν ως το στόχο για την κεντρική επιχειρηματολογία της Λούξεμπουργκ, αλλά έχοντας κατά νου ότι και οι δύο στέκονται για μεγαλύτερες θεωρητικές παραδόσεις. Η Λούξεμπουργκ απαντούσε σε μια προσπάθεια να απαξιωθεί ο επαναστατικός μαρξισμός· οι επιθέσεις ενάντια στον μαρξισμό συνεχίζουν να εμφανί­ζονται με κάποια κανονικότητα (π.χ., το Σύντροφοι: Μια Ιστορία του Παγκόσμιου Κομμουνισμού του Robert Service, το Η Κόκκινη Σημαία του David Priestland, το Η Άνοδος και η Πτώση του Κομμουνισμού του Archie Brown), και έτσι φαίνεται ιδιαίτερα θεμιτό να επιστρέψουμε στην υπεράσπιση της Λούξεμπουργκ και να ζυγίσουμε τη συνεχιζόμε­νη σημασία της.

Η οικονομική κρίση
Η επιχειρηματολογία του Μπερνστάιν ενάντια στη θεωρία του Μαρξ για την επανάσταση στηρίζεται στην αντίληψή του για την προσαρμογή του καπιταλισμού, μέσω της πίστης, των καρτέλ και της αύξησης της παραγωγικότητας, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι οικονομικές κρίσεις να μην είναι πλέον αναπόφευκτες. Αναφερόμενος στην αυξημένη ρύθμιση της παραγωγής, ο Μπερνστάιν γράφει στο Εξελικτικός Σοσιαλισμός: «Χωρίς να επιδοθώ σε προφητείες ως προς την τελική ισχύ της ζωής και της εργασίας του [καπιταλισμού], έχω αναγνωρίσει την ικανότητά του να επηρεάσει τη σχέση της παραγωγικής δραστηριότητας με την κατάσταση της αγοράς, ως το σημείο να περιορίσει τον κίνδυνο των κρίσεων» (1899). Προέβλεψε επίσης ότι ο καπιταλισμός, καθώς «εξημερωνόταν» θα γινόταν πιο δίκαιος και δημοκρατικός. Τέτοιοι ισχυρισμοί έχουν επαναληφθεί πε­ριοδικά στη διάρκεια της ιστορίας του καπιταλισμού. Ως πρόσφατα οι καπιταλιστικοί οικονομολόγοι ακούγονταν πολύ σαν τον Μπερνστάιν, επαναλαμβάνοντας το μύθο ότι οι καπιταλιστικές κρίσεις είναι ένα πράγμα του παρελθόντος. Όπως έγραφε ο David Leonhardt στους New York Times στις αρχές του 2008:
«Ως πριν λίγους μήνες, ήταν η αποδεκτή σοφία ότι η αμερικανική οικονομία λειτουργούσε πολύ πιο ομαλά από ό,τι στο παρελθόν. Οι οικονομικές επεκτάσεις διαρκού­σαν περισσότερο, και οι υφέσεις ήταν μικρότερες και πιο ήπιες. Ο πληθωρισμός είχε εξημερωθεί. Η εξάπλωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου, μεταξύ των ιδρυμάτων και σε όλο τον κόσμο, είχε μειώσει τις πιθανότητες μιας κρίσης. Πίσω στο 2004, ο Ben Bernanke, τότε διοικητής της Federal Reserve, δανείστηκε μια φράση από μια ακαδη­μαϊκή ερευνητική εργασία για να δώσει σε αυτές τις ευτυχείς εξελίξεις ένα όνομα: “η μεγάλη μετριοπάθεια”» (Leonhardt, 2008).
Η απάντηση της Λούξεμπουργκ, στο Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση και αργότερα σε μεγαλύτερο βάθος στο Η Συσσώρευση του Κεφαλαίου, τόνισε τις εγγενείς αντιφάσεις μέσα στον καπιταλισμό που παράγουν κρίσεις. Εφιστά την προσοχή σε τρία χαρακτηρι­στικά της καπιταλιστικής ανάπτυξης στα οποία στηρίζεται ο επιστημονικός σοσιαλισμός:
«Πρώτο, πάνω στην αυξανόμενη αναρχία της καπιταλιστικής οικονομίας, που οδη­γεί αναπόφευκτα στην καταστροφή του. Δεύτερο, πάνω στη σταδιακή κοινωνικοποίηση της διαδικασίας παραγωγής, η οποία δημιουργεί τα σπέρματα της μελλοντικής κοινωνι­κής τάξης. Και τρίτο, πάνω στην αύξηση της οργάνωσης και της συνείδησης της προλε­ταριακής τάξης, η οποία αποτελεί τον ενεργό παράγοντα στην επερχόμενη επανάσταση» (Λούξεμπουργκ 1908, 45).
Το πρώτο από αυτά, η αναπόφευκτη «καταστροφή» του καπιταλισμού, ή «κατάρρευση», έχει υποστεί πολλές αμφισβητήσεις, από μαρξιστές και αστούς οικονομολόγους εξίσου. Συχνά η κριτική αντικατοπτρίζει τη γνωστή κατηγορία που εκτοξεύθηκε κατά του μαρξισμού γενικότερα – η θεωρία είναι αναξιόπιστη, επειδή η προβλεπόμενη κατάρρευση δεν έχει συμβεί, ενόψει των διαρκώς νέων τρόπων του καπιταλισμού να προσαρμόζεται και να ευδοκιμεί. Ορισμένοι μαρξιστές, αρχίζοντας με τον σύγχρονο της Λούξεμπουργκ, τον Μπουχάριν, έχουν αναπτύξει μια πιο αιχμηρή κριτική που υπο­δηλώνει μια πολύ μεγάλη έμφαση στην «αυθόρμητη κατάρρευση» του καπιταλισμού. Καμιά από τις δυο θέσεις δεν ισχύει απέναντι στην ανάλυση της Λούξεμπουργκ.
Μόνο η ηθελημένη αποσιώπηση της έμφασης της Λούξεμπουργκ στην αναγκαιό­τητα οργάνωσης της εργατικής τάξης –τον υποκειμενικό ή «ενεργό» παράγοντα στην επανάσταση, στην οποία θα επανέλθω– μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι η Λού­ξεμπουργκ προέβλεψε τον αναπόφευκτο θρίαμβο του σοσιαλισμού. Η Λούξεμπουργκ δεν προβάλλει καμία τέτοια αξίωση, αλλά μάλλον προσδιορίζει τις αναπόφευκτες αντι­φάσεις στο εσωτερικό του συστήματος που παρουσιάζουν την ισχυρή επιλογή μεταξύ «σοσιαλισμού ή βαρβαρότητας». Θεωρούσε ότι όλα αυτά τα μέτρα που ο Μπερνστάιν ισχυριζόταν ότι θα επέλυαν τα προβλήματα του νεαρού καπιταλισμού μπορεί να ανα­βάλουν τις κρίσεις για ένα χρονικό διάστημα, αλλά τελικά μόνο θα τις επιδεινώσουν. Ο Μπερνστάιν, επιχειρηματολογεί, υιοθετεί την ιμπρεσιονιστική και γεμάτη παρωπίδες οπτική του μεμονωμένου καπιταλιστή, αλλά οι μαρξιστές, αντίθετα, πρέπει να «αδρά­ξουν αυτές τις εκδηλώσεις της σύγχρονης οικονομικής ζωής, όπως αυτές εμφανίζονται στην οργανική σχέση τους με το σύνολο της καπιταλιστικής ανάπτυξης» (1908, 70), και επομένως να δουν την υποκείμενη δυναμική:
«Γι’ αυτόν, οι κρίσεις είναι απλά διαταραχές του οικονομικού μηχανισμού. Με την παύση τους, σκέφτεται, ο μηχανισμός θα μπορούσε να λειτουργήσει καλά. Αλλά το γε­γονός είναι ότι οι κρίσεις δεν είναι “διαταραχές” με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης. Πρόκειται για “διαταραχές”, χωρίς τις οποίες η καπιταλιστική οικονομία δεν θα μπορού­σε να αναπτυχθεί διόλου. Γιατί αν οι κρίσεις αποτελούν τη μόνη δυνατή μέθοδο στον καπιταλισμό –και συνεπώς τη συνήθη μέθοδο– να επιλύεται περιοδικά η σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ της απεριόριστης επέκτασης της παραγωγής και των στενών ορίων της παγκόσμιας αγοράς, τότε οι κρίσεις είναι συνεπώς αξεχώριστες από την καπιταλιστική οικονομία» (1908, 71).
Τα εκατό χρόνια που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τις περιοδικές κρίσεις ως την «κανονική μέθοδο» επίλυσης των αντιφάσεων του καπιταλισμού. Η Λούξεμπουργκ ήταν σε θέση να επισημάνει δύο τέτοιες στιγμές στα έτη ανάμεσα στη δημοσίευση του Εξελικτικός Σοσιαλισμός και του Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση:
«Δεν είχε καλά-καλά απορρίψει ο Μπερνστάιν, το 1898, τη θεωρία του Μαρξ για τις κρίσεις, όταν μια βαθιά γενική κρίση ξέσπασε το 1900, ενώ επτά χρόνια αργότερα, μια νέα κρίση, αρχίζοντας στις ΗΠΑ, έπληξε την παγκόσμια αγορά. Τα γεγονότα απέδει­ξαν τη θεωρία της “προσαρμογής” ψευδή» (1908, 52).
Έναν αιώνα αργότερα, βρισκόμαστε στον απόηχο της πιο σοβαρής παγκόσμιας κρίσης μετά τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930· μόνο η μαζική κρατική παρέμβαση –η επιλεκτική εγκατάλειψη του νεοφιλελευθερισμού και η επιστροφή στον κεϊνσιανισμό– ανέκοψε την ελεύθερη πτώση της αγοράς και την πλήρη χρεοκοπία του χρηματοπιστωτι­κού συστήματος. Τα ίδια τα μέτρα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των κρίσεων, όλα αυτά τα credit default swaps [συμβάσεις αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου] και άλ­λοι περίπλοκοι χρηματιστικοί μηχανισμοί, «επιδείνωσαν την αναρχία του καπιταλιστικού κόσμου και εξέφρασαν και ωρίμασαν τις εσωτερικές αντιφάσεις του». Και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για να σταματήσει η Μεγάλη Ύφεση έχουν με τη σειρά τους δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα, όπως η απειλή αθέτησης του χρέους, για να μην αναφέρουμε τη μαζική ανεργία, τη φτώχεια και την επιδείνωση της ανθρώπινης δυστυχίας.
Ο Μπερνστάιν απέρριψε επίσης την εργασιακή θεωρία της αξίας, την υπόθεση, κατανοημένη από τον Μαρξ, αλλά και για μεγάλο χρονικό διάστημα από αστούς οικονομολόγους, ότι η εργασία είναι ενσωματωμένη στο κεφάλαιο, ότι το καπιταλιστικό κέρδος προέρχεται από την εκμετάλλευση των εργαζομένων –οι οποίοι αμείβονται λιγότερο από την αξία αυτού που παράγουν– και το πλεόνασμα το οικειοποιούνται οι καπιτα­λιστές ως κέρδος. Ο Μπερνστάιν μετακινήθηκε πιο κοντά στη σχολή οικονομικών της οριακής χρησιμότητας, απομακρυνόμενος από την αναγνώριση της εργασίας ως πηγής όλου του κέρδους, και θέτοντας στη θέση της ένα ιδανικό σύστημα προσφοράς και ζή­τησης σε ένα σύστημα ελεύθερης αγοράς2. Αυτό και πάλι θυμίζει τη νεοφιλελεύθερη μά­ντρα που έγινε κυρίαρχη προς το τέλος του 20ού αιώνα. Η απάντηση της Λούξεμπουργκ είναι χαρακτηριστικά ζωηρή:
«Ο Μπερνστάιν ξεχνά εντελώς ότι η αφαίρεση του Μαρξ δεν είναι μια επινόηση. Είναι μια ανακάλυψη. Δεν υπάρχει στο κεφάλι του Μαρξ, αλλά στην οικονομία της αγοράς. Δεν έχει μια φανταστική ύπαρξη, αλλά μια πραγματική κοινωνική ύπαρξη, τόσο πραγματική που μπορεί να κοπεί, να σφυρηλατηθεί, να ζυγιστεί, και να τεθεί με τη μορ­φή του χρήματος. Η αφηρημένη ανθρώπινη εργασία που ανακαλύφθηκε από τον Μαρξ, στην αναπτυγμένη μορφή της, δεν είναι κάτι άλλο από το χρήμα» (1908, 78).
Η υποκείμενη δυναμική που τόνισε η Λούξεμπουργκ συνεχίζει να οδηγεί το σύγ­χρονο καπιταλισμό: το κομμάτιασμα των μισθών ήταν κεντρικό στο νεοφιλελευθερι­σμό, το μέσο του καπιταλισμού για να ανακτήσει την κερδοφορία μετά την ύφεση των μέσων της δεκαετίας του 1970. Στη διάρκεια των ετών της οικονομικής ανόδου στη δεκαετία του 2000, το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που πηγαίνει στα κέρδη αυξή­θηκε δραματικά, ενώ οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι. Το Η Κατάσταση της Εργαζόμενης Αμερικής συνόψισε την αναδιανομή του πλούτου ως «το ισοδύναμο της μεταφοράς 206 δις δολαρίων ετησίως από την αμοιβή της εργασίας στο εισόδημα του κεφαλαίου» (Mishel 2009, 42):
«Η γυμνή εικόνα εμφανίζεται επίσης στο τέλος της ουράς ενός κύκλου τριάντα ετών κατά την οποία οι περισσότεροι εργαζόμενοι έχασαν έδαφος ακόμη και στη διάρ­κεια των δήθεν καλών χρόνων. Οι πραγματικές ωριαίες αποδοχές για το κάτω 50% των ανθρώπων είναι σήμερα χαμηλότερες από ό,τι ήταν το 1973, αντιπροσωπεύοντας μια μαζική μεταφορά πλούτου προς τους πιο πλούσιους. Από την άλλη πλευρά, το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που κατέχει το πλουσιότερο 1% διπλασιάστηκε, από 9% το 1979 σε 18% το 2005. Η μεταφορά επιταχύνθηκε κατά την τελευταία άνοδο. Γράφει ο οικονομολόγος Jared Bernstein, μεταξύ 2003 και 2005, «ένα καταπληκτικό ποσό 400 δις προ φόρων δολαρίων μετατοπίστηκε από το κάτω 95% των νοικοκυριών σε εκείνα στο πάνω 5%» (DiLeo 2010, 14).
Αν η πολυσυζητημένη επιστροφή του καπιταλισμού στην κερδοφορία επιδείνωσε τις ταξικές διαιρέσεις στις ΗΠΑ, η ύφεση έχει οδηγήσει σε ανεργία, κατασχέσεις σπι­τιών, καθώς και πάγωμα των πιστώσεων για εκατομμύρια Αμερικανών εργατών. Ενώ οι «πολύ μεγάλες για να αποτύχουν» τράπεζες έλαβαν μαζικές εγχύσεις δημοσίου χρή­ματος, οι εργαζόμενοι πήραν λιτότητα. Η κλίμακα της φτώχειας και της εξαθλίωσης σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν ήδη τρομακτική, όπως φαίνεται σε μελέτες όπως το ενοχλητικό Ο Πλανήτης των Φτωχών του Mike Davis, και η Μεγάλη Ύφεση απλά έκανε τα πράγ­ματα πολύ χειρότερα. Η «βαρβαρότητα» της Λούξεμπουργκ είναι πιο περιγραφική του κόσμου μας από τον «ανθρώπινο» καπιταλισμό του Μπερνστάιν.

Σημειώσεις
1. Βλέπε το άρθρο της Catherine Rampell στους New York Times για μια χρήσιμη συζήτηση της προ­έλευσης και της δημοτικότητας του όρου «Μεγάλη ύφεση».
2. Βλέπε Kurz, 1995, για μια συζήτηση της σχέσης του Μπερνστάιν με τη σχολή της οριακής χρη­σιμότητας.


*Η Χέλεν Σκοτ είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Βερμόντ και εκδότρια του The Essential Rosa Luxemburg, Haymarket Books, 2006. Το παρόν είναι αποσπάσματα από το άρθρο της «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση: η Ρόζα Λούξεμπουργκ στον 21ο αιώνα», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 16, σελ. 309-329. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Socialist Studies, 6(2), φθινόπωρο 2010, σελ. 118-140.