των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς*

Το μικροαστικό δημοκρατικό κόμμα στη Γερμανία είναι πολύ ισχυρό. Περιλαμβάνει όχι μόνο τη μεγάλη πλειοψηφία της μεσαίας αστικής τάξης, των μικρών βιομηχα­νικών εμπόρων και των αρχιτεχνιτών· περιλαμβάνει, επίσης, μεταξύ των οπαδών του, τους αγρότες και το αγροτικό προλεταριάτο, στο μέτρο που το τελευταίο δεν έχει βρει ακόμη υποστήριξη στο ανεξάρτητο προλεταριάτο των πόλεων.


Η σχέση του επαναστατικού εργατικού κόμματος με τους μικροαστούς δημοκράτες είναι αυτή: συνεργάζεται μαζί τους εναντίον του κόμματος που έχουν ως στόχο να ανα­τρέψουν· τους εναντιώνεται οπουδήποτε επιθυμούν να εξασφαλίσουν τη δική τους θέση.


Οι δημοκράτες μικροαστοί, μακριά από το να επιθυμούν να μετασχηματίσουν ολό­κληρη την κοινωνία προς το συμφέρον των επαναστατών προλετάριων, επιδιώκουν μόνο μια αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών που θα καταστήσει την υπάρχουσα κοινωνία όσο το δυνατό πιο ανεκτή και άνετη για τους ίδιους. Συνεπώς, απαιτούν πάνω απ’ όλα μια μείωση των κρατικών δαπανών, μέσω περιορισμού της γραφειοκρατίας, και τη μεταφορά των μεγάλων φορολογικών βαρών στους μεγάλους γαιοκτήμονες και την αστική τάξη. Απαιτούν επίσης παραπέρα την απομάκρυνση της πίεσης που ασκείται από το μεγάλο κε­φάλαιο στο μικρό κεφάλαιο μέσω της δημιουργίας δημόσιων πιστωτικών ιδρυμάτων και την ψήφιση νόμων κατά της τοκογλυφίας, οπότε θα ήταν δυνατό για τους ίδιους και τους αγρότες να παίρνουν δάνεια με ευνοϊκούς όρους από το κράτος αντί από τους καπιταλι­στές· επίσης, την εισαγωγή των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας στη γη με πλήρη κατάργη­ση της φεουδαρχίας. Για να επιτευχθούν όλα αυτά απαιτούν μια δημοκρατική μορφή δια­κυβέρνησης, είτε συνταγματική ή ρεπουμπλικάνικη, η οποία θα έδινε σε αυτούς και τους χωρικούς συμμάχους τους την πλειοψηφία· απαιτούν επίσης ένα δημοκρατικό σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης για να τους δώσει άμεσο έλεγχο επί της δημοτικής περιουσίας και σε μια σειρά πολιτικά αξιώματα που προς το παρόν είναι στα χέρια των γραφειοκρατών.
Η κυριαρχία του κεφαλαίου και η ταχεία συσσώρευσή του πρόκειται να αντιμετω­πιστεί παραπέρα, εν μέρει με μια περικοπή του δικαιώματος κληρονομιάς, και εν μέρει με τη μεταφορά της απασχόλησης όσο το δυνατό πιο πολύ στο κράτος. Όσον αφορά τους εργαζόμενους, ένα πράγμα, πάνω απ’ όλα, είναι σίγουρο: θα παραμείνουν μισθωτοί ερ­γάτες όπως και πριν. Ωστόσο, οι δημοκρατικοί μικροαστοί θέλουν καλύτερους μισθούς και ασφάλεια για τους εργαζόμενους, και ελπίζουν να το πετύχουν αυτό με την επέκταση της κρατικής απασχόλησης και με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας· κοντολογίς, ελπίζουν να δωροδοκήσουν τους εργαζόμενους με μια περισσότερο ή λιγότερο συγκαλυμμένη μορφή ελεημοσύνης και να σπάσουν την επαναστατική δύναμή τους καθιστώντας προ­σωρινά την κατάστασή τους ανεκτή. Οι απαιτήσεις της μικροαστικής δημοκρατίας που συνοψίζονται εδώ δεν εκφράζονται από όλα τα τμήματά της άμεσα, και στο σύνολό τους αποτελούν το ρητό στόχο μόνο ελάχιστων από τους οπαδούς της. Όσο παραπέρα προχω­ρούν συγκεκριμένα άτομα ή μερίδες της μικροαστικής τάξης, τόσο πιο πολλά από αυτά τα αιτήματα θα υιοθετούν ρητά, και οι λίγοι που αναγνωρίζουν το δικό τους πρόγραμμα σε ό,τι έχει αναφερθεί παραπάνω θα μπορούσε κάλλιστα να πιστεύουν ότι έχουν προβά­λει το μέγιστο που μπορεί να απαιτηθεί από την επανάσταση. Αλλά αυτά τα αιτήματα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να ικανοποιήσουν το κόμμα του προλεταριάτου.


Ενώ οι δημοκράτες μικροαστοί θέλουν να φέρουν την επανάσταση σε ένα τέλος το συντομότερο δυνατό, επιτυγχάνοντας το πολύ τους στόχους που έχουν ήδη αναφερθεί, είναι το συμφέρον μας και το καθήκον μας να κάνουμε την επανάσταση διαρκή, ωσότου όλες οι περισσότερο ή λιγότερο ιδιοκτήτριες τάξεις να έχουν εκδιωχθεί από τις κυρίαρχες θέσεις τους, ωσότου το προλεταριάτο να έχει κατακτήσει την κρατική εξουσία και ωσό­του η συνένωση των προλετάριων να έχει προχωρήσει αρκετά μακριά –όχι μόνο σε μία χώρα, αλλά σε όλες τις ηγετικές χώρες του κόσμου– ώστε ο ανταγωνισμός μεταξύ των προλεταρίων αυτών των χωρών να παύσει και τουλάχιστον οι αποφασιστικές δυνάμεις της παραγωγής να συγκεντρωθούν στα χέρια των εργατών. Η φροντίδα μας δεν μπορεί να εί­ναι απλά να τροποποιήσουμε την ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά να την καταργήσουμε, όχι να σκεπάζουμε τις ταξικές αντιθέσεις, αλλά να καταργήσουμε τις τάξεις, όχι να βελτιώσουμε την υπάρχουσα κοινωνία, αλλά να θεμελιώσουμε μια νέα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κατά την παραπέρα πορεία της επανάστασης στη Γερμανία, οι μικροαστοί δημοκράτες θα αποκτήσουν για ένα διάστημα κυρίαρχη επιρροή. Το ερώτημα είναι, συνεπώς, ποια πρόκειται να είναι η στάση του προλεταριάτου, και ειδικότερα της Ένωσης, προς αυτούς:
1) Ενώ συνεχίζονται οι παρούσες συνθήκες, στις οποίες οι μικροαστοί δημοκράτες καταπιέζονται επίσης·
2) Στην επερχόμενη επαναστατική πάλη, η οποία θα τους φέρει σε μια δεσπόζουσα θέση·
3) Μετά από αυτό τον αγώνα, στη διάρκεια της περιόδου της μικροαστικής κυριαρ­χίας πάνω στις τάξεις που έχουν ανατραπεί και πάνω στο προλεταριάτο.
1. Προς το παρόν, ενώ οι δημοκράτες μικροαστοί παντού καταπιέζονται, κηρύσ­σουν στο προλεταριάτο τη γενική ενότητα και τη συμφιλίωση· εκτείνουν το χέρι της φιλίας, και επιδιώκουν να ιδρύσουν ένα μεγάλο αντιπολιτευτικό κόμμα το οποίο θα περιλάβει όλες τις αποχρώσεις της δημοκρατικής γνώμης· δηλαδή, επιδιώκουν να παγι­δεύσουν τους εργάτες σε μια κομματική οργάνωση στην οποία θα επικρατούν οι γενι­κές σοσιαλδημοκρατικές φράσεις, ενώ τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους θα διατηρούνται κρυμμένα από πίσω, και στην οποία, για λόγους διαφύλαξης της ειρήνης, τα ιδιαίτερα αιτήματα του προλεταριάτου δεν θα μπορεί να παρουσιαστούν. Μια τέτοια ενότητα θα ήταν προς όφελός τους μόνο και σε πλήρες μειονέκτημα του προλεταριάτου. Το προ­λεταριάτο θα έχανε όλη τη σκληρά κερδισμένη ανεξάρτητη θέση του και θα περιορι­ζόταν και πάλι σε ένα απλό εξάρτημα της επίσημης αστικής δημοκρατίας. Συνεπώς, πρέπει να αντισταθούμε σε αυτή την ενότητα με τον πιο αποφασιστικό τρόπο. Αντί να πέσουν οι ίδιοι στο επίπεδο μιας χορωδίας χειροκροτητών, οι εργάτες, και πάνω απ’ όλα η Ένωση, πρέπει να εργαστούν για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης οργάνωσης του εργατικού κόμματος, τόσο μυστική όσο και φανερή, και παράλληλης με τους επίσημους δημοκράτες, και η Ένωση πρέπει να έχει στόχο να κάνει κάθε μια από τις κομμούνες της κέντρο και πυρήνα των εργατικών ενώσεων στις οποίες η θέση και τα συμφέροντα του προλεταριάτου μπορεί να συζητούνται ελεύθερα από την αστική επιρροή… Στην περίπτωση ενός αγώνα ενάντια σε έναν κοινό εχθρό μια ειδική συμμαχία είναι περιττή. Από τη στιγμή που ένας τέτοιος εχθρός πρέπει να πολεμηθεί άμεσα, τα συμφέροντα και των δύο μερών θα συμπέσουν προς το παρόν και μια ένωση στιγμιαίας σκοπιμότητας θα προκύψει αυθόρμητα στο μέλλον, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν.
Είναι αυτονόητο ότι στις αιματηρές συγκρούσεις που έρχονται, όπως και σε όλες τις άλλες, θα είναι οι εργάτες, με το θάρρος, την αποφασιστικότητα και την αυτοθυσία τους, που θα είναι κυρίως υπεύθυνοι για την επίτευξη της νίκης. Όπως και στο παρελθόν, έτσι και στον επερχόμενο αγώνα επίσης, η μικροαστική τάξη, στο σύνολό της, θα διστάζει για όσο περισσότερο μπορεί και θα παραμένει φοβισμένη, αναποφάσιστη και αδρανής· αλλά όταν η νίκη είναι βέβαιη θα τη διεκδικήσει για τον εαυτό της και θα καλέσει τους εργάτες να συμπεριφέρονται με τάξη, να επιστρέψουν στη δουλειά τους και να εμποδίσουν τις λε­γόμενες υπερβολές, και θα αποκλείσει το προλεταριάτο από τους καρπούς της νίκης. Οι εργάτες δεν έχουν τη δύναμη να εμποδίσουν τους μικροαστούς δημοκράτες το να κάνουν αυτό· αλλά έχουν πράγματι τη δύναμη να κάνουν όσο το δυνατό δυσκολότερο για τους μικροαστούς να χρησιμοποιήσουν την εξουσία τους ενάντια στο ένοπλο προλεταριάτο, και να υπαγορεύσουν τέτοιους όρους σε αυτούς που η εξουσία των αστών δημοκρατών, από την πρώτη κιόλας στιγμή, θα φέρει εντός της τους σπόρους της καταστροφής της, και το επακόλουθο παραμέρισμά της από το προλεταριάτο θα γίνει σημαντικά ευκολότερο.
Πάνω απ’ όλα, στη διάρκεια του αγώνα και αμέσως μετά οι εργαζόμενοι, όσο είναι δυνατό, πρέπει να αντιταχθούν στις αστικές προσπάθειες ειρήνευσης και να αναγκάσουν τους δημοκράτες να πραγματοποιήσουν τις ανατρεπτικές φράσεις τους. Πρέπει να εργα­στούν για να διασφαλίσουν ότι ο άμεσος επαναστατικός ενθουσιασμός δεν θα κατασταλεί ξαφνικά μετά τη νίκη. Αντιθέτως, θα πρέπει να διατηρηθεί όσο το δυνατό περισσότερο. Μακριά από το να αντιτίθεται στις λεγόμενες υπερβολές –περιπτώσεις λαϊκής εκδίκησης εναντίον μισητών ατόμων ή δημόσιων ιδρυμάτων με τα οποία συνδέονται μισητές μνή­μες– το εργατικό κόμμα πρέπει όχι μόνο να ανέχεται αυτές τις ενέργειες, αλλά πρέπει να τις κατευθύνει. Στη διάρκεια του αγώνα και μετά οι εργαζόμενοι πρέπει σε κάθε ευκαιρία να προβάλουν τα δικά τους αιτήματα έναντι των αστών δημοκρατών. Θα πρέπει να απαι­τούν εγγυήσεις για τους εργαζόμενους, μόλις η δημοκρατική αστική τάξη προχωρήσει στην ανάληψη της κυβέρνησης. Πρέπει να επιτύχουν αυτές τις εγγυήσεις με τη βία αν χρειαστεί, και γενικά να εξασφαλίσουν ότι οι νέοι κυβερνήτες δεσμεύονται σε όλες τις πιθανές παραχωρήσεις και υποσχέσεις – ο πιο σίγουρος τρόπος για να υπονομευτούν. Θα πρέπει να ελέγξουν με κάθε τρόπο και όσο είναι δυνατό την ευφορία της νίκης και τον ενθουσιασμό για τη νέα κατάσταση που ακολουθεί κάθε επιτυχημένη μάχη του δρόμου, με μια ψυχρή και ψύχραιμη ανάλυση της κατάστασης και με απροκάλυπτη δυσπιστία για τη νέα κυβέρνηση. Παράλληλα με τις νέες επίσημες κυβερνήσεις θα πρέπει ταυτόχρονα να εγκαθιδρύσουν τις δικές τους επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις, είτε με τη μορφή τοπικών εκτελεστικών επιτροπών και συμβουλίων ή μέσω εργατικών συλλόγων ή επι­τροπών, έτσι ώστε οι αστικές-δημοκρατικές κυβερνήσεις όχι μόνο να χάσουν άμεσα την υποστήριξη των εργατών αλλά να βρίσκονται από την αρχή υπό την επίβλεψη και απει­λούμενες από αρχές πίσω από τις οποίες στέκεται όλη η μάζα των εργατών. Με μια λέξη, από την πρώτη στιγμή της νίκης οι υποψίες των εργατών πρέπει πλέον να στρέφονται όχι κατά του ηττημένου αντιδραστικού κόμματος, αλλά εναντίον του πρώην συμμάχου τους, ενάντια στο κόμμα που προτίθεται να εκμεταλλευτεί την κοινή νίκη για τον εαυτό του.
2. Για να είναι σε θέση δυναμικά και απειλητικά να αντιταχθούν σε αυτό το κόμμα, του οποίου η προδοσία των εργατών θα ξεκινήσει με την πρώτη κιόλας ώρα της νίκης, οι εργάτες πρέπει να εξοπλιστούν και να οργανώνονται. Το σύνολο του προλεταριάτου πρέπει να οπλιστεί άμεσα με μουσκέτα, τουφέκια, κανόνια και πυρομαχικά, και η ανα- βίωση της παλιού τύπου πολιτοφυλακής, που στρέφεται εναντίον των εργατών, πρέπει να καταπολεμηθεί. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να προληφθεί ο σχηματισμός αυτής της πολιτοφυλακής, οι εργάτες πρέπει να προσπαθήσουν να οργανωθούν ανεξάρτητα ως προ­λεταριακή φρουρά, με εκλεγμένους ηγέτες και με το δικό τους εκλεγμένο γενικό επιτελείο· πρέπει να προσπαθήσουν να θέσουν τους εαυτούς τους όχι υπό τις διαταγές της κρατικής εξουσίας, αλλά των επαναστατικών τοπικών συμβουλίων που έχουν συσταθεί από τους εργάτες. Όπου οι εργάτες απασχολούνται από το κράτος, θα πρέπει να εξοπλιστούν και να οργανωθούν σε ειδικά σώματα με εκλεγμένους ηγέτες, ή ως μέρος της προλεταριακής φρουράς. Με καμία πρόφαση δεν πρέπει να παραδοθούν τα όπλα και τα πυρομαχικά· οποιαδήποτε προσπάθεια να αφοπλίσουν τους εργάτες πρέπει να αποκρουστεί, με τη βία αν χρειαστεί. Η καταστροφή της επιρροής των αστών δημοκρατών πάνω στους εργαζόμε­νους, καθώς και η επιβολή των συνθηκών που θα υπονομεύσουν την εξουσία της αστικής δημοκρατίας, η οποία είναι προς το παρόν αναπόφευκτη, και το να καταστεί αυτή όσο το δυνατό πιο δυσχερής – αυτά είναι τα βασικά σημεία που το προλεταριάτο και, συνεπώς, η Ένωση πρέπει να έχουν κατά νου στη διάρκεια και μετά από την επερχόμενη εξέγερση.
3. Από τη στιγμή που οι νέες κυβερνήσεις θα έχουν εγκαθιδρυθεί, ο αγώνας τους ενάντια στους εργάτες θα αρχίσει. Εάν οι εργάτες πρόκειται να είναι ικανοί να αντιτα­χθούν βίαια στους δημοκράτες μικροαστούς είναι απαραίτητο πάνω απ’ όλα να είναι ανεξάρτητα οργανωμένοι και συγκεντρωμένοι σε λέσχες. Όσο το δυνατό συντομότε­ρα μετά την ανατροπή των σημερινών κυβερνήσεων, η Κεντρική Επιτροπή θα έρθει στη Γερμανία και θα συγκαλέσει αμέσως ένα Συνέδριο, υποβάλλοντας σε αυτό τις ανα- γκαίες προτάσεις για τη συγκέντρωση των λεσχών των εργαζομένων κάτω από μια διεύθυνση εγκατεστημένη στο κέντρο των λειτουργιών του κινήματος. Η ταχεία οργά­νωση τουλάχιστον επαρχιακών συνδέσεων μεταξύ των εργατικών λεσχών είναι μία από τις πρωταρχικές απαιτήσεις για την ενίσχυση και την ανάπτυξη του εργατικού κόμματος· το άμεσο αποτέλεσμα της ανατροπής των υφιστάμενων κυβερνήσεων θα είναι η εκλογή ενός εθνικού αντιπροσωπευτικού σώματος. Εδώ το προλεταριάτο πρέπει να προσέξει: 1) ότι μέσα από αθέμιτες πρακτικές των τοπικών αρχών και των κυβερνητικών επιτρό­πων δεν θα αποκλειστεί, κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα, κανένα τμήμα των εργαζο­μένων· 2) ότι οι εργατικοί υποψήφιοι θα ορίζονται παντού σε αντίθεση με τους αστούς δημοκράτες υποψηφίους. Στο μέτρο του δυνατού θα πρέπει να είναι μέλη της Ένωσης και η εκλογή τους θα πρέπει να επιδιωχθεί με κάθε δυνατό μέσο. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει προοπτική να επιτευχθεί η εκλογή τους, οι εργάτες πρέπει να προβάλουν τους δικούς τους υποψηφίους για να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, να μετρήσουν τη δική τους δύναμη και να φέρουν την επαναστατική τους θέση και την κομματική άποψη σε δημόσια προσοχή. Δεν πρέπει να παρασυρθούν από τις άδειες φράσεις των δημοκρα­τών, οι οποίοι θα υποστηρίζουν ότι οι εργατικοί υποψήφιοι θα διασπάσουν το Δημοκρα­τικό Κόμμα και θα προσφέρουν στις δυνάμεις της αντίδρασης την ευκαιρία της νίκης. Κάθε τέτοια κουβέντα, σε τελική ανάλυση, σημαίνει ότι το προλεταριάτο θα εξαπατηθεί. Η πρόοδος που το προλεταριακό κόμμα θα κάνει λειτουργώντας ανεξάρτητα με τον τρό­πο αυτό είναι απείρως πιο σημαντική από ό,τι τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από την παρουσία λίγων αντιδραστικών στο αντιπροσωπευτικό σώμα. Αν οι δυνάμεις της δημοκρατίας αναλάβουν αποφασιστική δράση για να καταπνίξουν την αντίδραση από την αρχή, η αντιδραστική επιρροή στις εκλογές θα έχει ήδη καταστραφεί.
Το πρώτο σημείο στο οποίο οι αστοί δημοκράτες, θα έρθουν σε σύγκρουση με τους εργάτες θα είναι η κατάργηση της φεουδαρχίας. όπως στην πρώτη γαλλική επανάσταση η μικροαστική τάξη θα θέλει να δώσει τη φεουδαρχική γη στους χωρικούς ως ελεύθε­ρη ιδιοκτησία· δηλαδή, θα προσπαθήσουν να διαιωνίσουν την ύπαρξη του αγροτικού προλεταριάτου, και να σχηματίσουν μια μικροαστική τάξη αγροτών, που θα υπόκειται στον ίδιο κύκλο της εξαθλίωσης και του χρέους, που εξακολουθεί να πλήττει τον Γάλλο αγρότη. Οι εργάτες πρέπει να αντιταχθούν σε αυτό το σχέδιο, τόσο προς το συμφέρον του αγροτικού προλεταριάτου όσο και προς το δικό τους συμφέρον. Πρέπει να απαιτή­σουν ότι η κατασχεμένη φεουδαρχική ιδιοκτησία θα παραμείνει κρατική ιδιοκτησία και θα χρησιμοποιείται από τις κοινότητες των εργαζομένων, καλλιεργούμενη συλλογικά από το αγροτικό προλεταριάτο με όλα τα πλεονεκτήματα της γεωργίας μεγάλης κλί­μακας. Έτσι η αρχή της κοινής ιδιοκτησίας θα επιτύχει άμεσα μια σταθερή βάση στο μέσο του επισφαλούς συστήματος των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Ακριβώς όπως οι δημοκράτες συμμαχούν με τους αγρότες, οι εργάτες πρέπει να συμμαχήσουν με το αγροτικό προλεταριάτο...
Έχουμε δει πώς το επόμενο κύμα θα φέρει τους δημοκράτες στην εξουσία και πώς θα αναγκαστούν να προτείνουν περισσότερο ή λιγότερο σοσιαλιστικά μέτρα. Θα ρωτη­θεί, τι μέτρα θα προτείνουν σε απάντηση οι εργάτες. Στην αρχή, βέβαια, οι εργάτες δεν μπορούν να προτείνουν οποιαδήποτε άμεσα κομμουνιστικά μέτρα. Αλλά οι ακόλουθοι τρόποι δράσης είναι δυνατοί.
1. Μπορούν να αναγκάσουν τους δημοκράτες να κάνουν εισβολές σε όσο το δυνατό περισσότερες περιοχές της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, ώστε να διαταραχθεί η κα­νονική λειτουργία της και ώστε οι μικροαστοί δημοκράτες να υπονομεύσουν τον εαυτό τους· επιπλέον, οι εργάτες μπορεί να επιβάλουν τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου δυ­νατού αριθμού παραγωγικών δυνάμεων –μεταφορικά μέσα, εργοστάσια, σιδηρόδρομοι, κλπ– στα χέρια του κράτους.
2. Θα πρέπει να οδηγούν τις προτάσεις των δημοκρατών στη λογική τους κατάλη­ξη (οι δημοκράτες θα δρουν σε κάθε περίπτωση με ένα ρεφορμιστικό και όχι με έναν επαναστατικό τρόπο) και να μετατρέψουν αυτές τις προτάσεις σε άμεσες επιθέσεις στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Αν, για παράδειγμα, η μικροαστική τάξη προτείνει την εξαγορά των σιδηροδρόμων και των εργοστασίων, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν αυτοί οι σιδηρό­δρομοι και τα εργοστάσια απλά να δημευθούν από το κράτος, χωρίς αποζημίωση, όπως η ιδιοκτησία των αντιδραστικών. Αν οι δημοκράτες προτείνουν έναν αναλογικό φόρο, τότε οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν ένα προοδευτικό φόρο· αν οι ίδιοι οι δημοκράτες προτείνουν ένα μέτρια προοδευτικό φόρο, τότε οι εργάτες πρέπει να επιμείνουν για ένα φόρο του οποίου τα ποσοστά να αυξάνονται τόσο απότομα ώστε το μεγάλο κεφάλαιο να καταστρέφεται από αυτόν· αν οι δημοκράτες απαιτούν τη ρύθμιση του δημόσιου χρέους, τότε οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν την εθνική χρεοκοπία. Τα αιτήματα των εργατών θα πρέπει έτσι να προσαρμόζονται ανάλογα με τα μέτρα και τις παραχωρήσεις των δημοκρατών.
Αν και οι Γερμανοί εργάτες δεν μπορούν να έρθουν στην εξουσία και να επιτύχουν την εκπλήρωση των ταξικών τους συμφερόντων, χωρίς να περάσουν από μια παρατε­ταμένη επαναστατική εξέλιξη, αυτή τη φορά μπορούν τουλάχιστον να είναι βέβαιοι ότι η πρώτη πράξη του επαναστατικού δράματος που πλησιάζει θα συμπέσει με την άμεση νίκη της δικής τους τάξης στη Γαλλία και έτσι θα επιταχυνθεί. Αλλά αυτοί οι ίδιοι πρέπει να συμβάλουν περισσότερο στην τελική νίκη τους, μέσω της ενημέρωσής τους για τα δικά τους ταξικά συμφέροντα, με την ανάληψη της ανεξάρτητης πολιτικής τους θέσης το συντομότερο δυνατό, με το να μην επιτρέπουν στον εαυτό τους να παραπλανηθούν από τις υποκριτικές φράσεις της δημοκρατικής μικροαστικής τάξης και να αμφιβάλουν ούτε για ένα λεπτό σχετικά με την αναγκαιότητα ενός ανεξάρτητα οργανωμένου κόμματος του προλεταριάτου. Η μαχητική κραυγή τους πρέπει να είναι: Η Διαρκής Επανάσταση.

* Το παρόν είναι αποσπάσματα από την Έκκληση των Μαρξ και Ένγκελς στην Κεντρική Επιτροπή της Ένωσης των Κομμουνιστών, γραμμένη το Μάρτιο του 1850. Η Ένωση των Κομμουνιστών, το πρώτο κομμουνιστικό κόμμα και ένα πρόπλασμα της Α΄ Διεθνούς, συγκροτήθηκε τον Ιούνιο του 1847 στο Λονδίνο, κυρίως από Γερμανούς πρόσφυγες, και οι Μαρξ και Ένγκελς προσχώρησαν σε αυτή. Μετά την ήττα της επανάστασης του 1848-49, οι Μαρξ και Ένγκελς ασχολήθηκαν με την αναδιοργάνωση της Ένωσης που είχε μπει σε με περίοδο κρίσης. Το γράμμα τους αυτό, που κυκλοφόρησε πλατιά σε χειρόγραφα στα μέλη της, περιείχε θεμελιώδεις αρχές του μαρξιστικού προγράμματος και της τακτικής. Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 16, σελ. 9-15.