Η εργασία στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία: ο Μαρξ και οι κριτικοί του


του Σον Σέγιερς*



Στα πρόσφατα χρόνια ο χαρακτήρας της εργασίας στην προηγμένη βιομηχανική κοινωνία έχει μεταβληθεί γοργά. Η παραγωγή έχει αυτοματοποιηθεί και έχουν μπει σε αυτή οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Το εργοστάσιο που λειτουργεί με μια μάζα εργατών ξεπερνιέται. Η βιομηχανική εργασία παύει να είναι η κύρια μορφή εργασίας. Η εργα­σία στα γραφεία που στο παρελθόν απαιτούσε διανοητικά προσόντα γίνεται τώρα από τους υπολογιστές. Με την τεράστια αύξηση των θέσεων εργασίας στον τομέα των υπη­ρεσιών και την αυξανόμενη χρήση της πληροφορικής τεχνολογίας, δημιουργούνται νέα είδη εργασίας.

Αυτές οι αλλαγές συνοψίζονται συχνά λέγοντας ότι αυτές οι κοινωνίες κινούνται από το βιομηχανικό στο μεταβιομηχανικό στάδιο. Σε μερικές σημαντικές όψεις αυτή η έννοια είναι αμφισβητήσιμη. Είναι δυνατό να επιχειρηματολογηθεί ότι η οικονομία είναι ακόμη βιομηχανική, αλλά τώρα λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα. Αν η βιομηχανία παύει να είναι η επικρατούσα μορφή εργασίας στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή μεταφέρεται σε άλλα μέρη του κόσμου σε ένα νέο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Παρ’ όλα αυτά, είναι αναμφισβήτητο ότι η εργασία αλλάζει. Με την πλατιά χρήση των υπολογιστών και της πληροφορικής τεχνολογίας νέα είδη εργασίας έχουν αναπτυχθεί. Η προσπάθεια των Χαρντ και Νέγκρι (2000, 2005) να θεωρητικοποιήσουν αυτές τις αλλαγές είχε ιδιαίτερη επιρροή. Οι παλιότερες βιομηχανικές μορφές οι οποίες παρήγαγαν υλικά αγαθά, επιχειρηματολογούν, δεν είναι πλέον κυρίαρχες. Ξεπερνιούνται από νέες, «άυλες» μορφές εργασίας. Οι Χαρντ και Νέγκρι τοποθέτησαν τη σκέψη τους μέσα στη μαρξιστική παράδοση. Ωστόσο, υποστηρίζουν, οι ιδέες του Μαρξ χρειάζονται αναστοχασμό στο φως των νέων συνθηκών της μεταβιομηχανικής κοινωνίας (Hardt and Negri, 2005, σελ. 140). Ο Μαρξ παίρνει τη βιομηχανική παραγωγή ως το παράδειγμα του έργου του, η έννοιά του της εργασίας βασίζεται σε ένα βιομηχανικό μοντέλο. Για να περιγράψουμε τις νέες μεταβιομηχανικές μορφές εργασίας, ο απολογισμός του Μαρξ πρέπει να συμπληρωθεί με τις έννοιες της «άυλης» εργασίας και της βιοπολιτικής παραγωγής.

Ο σκοπός μου σε αυτό το κείμενο είναι να κριτικάρω αυτές τις ιδέες. Πρώτα θα εξηγήσω τον απολογισμό της εργασίας από τον Μαρξ και θα δείξω ότι οι κριτικές των Χαρντ και Νέγκρι βασίζονται σε μια θεμελιώδη παρανόηση της σκέψης του. Μετά θα επιχειρηματολογήσω ότι ο απολογισμός των ίδιων των Χαρντ και Νέγκρι είναι συγχυσμένος και μη υποβοηθητικός. Σωστά κατανοημένη και κατάλληλα αναπτυγμένη η έννοια του Μαρξ για την εργασία συνεχίζει να παρέχει μια πιο ικανοποιητική βάση για την κατανόηση της φύσης της εργασίας στο σύγχρονο κόσμο.



1. Η έννοια της εργασίας στον Μαρξ

Σύμφωνα με τον Μαρξ, η εργασία είναι μια εμπρόθετη δραστηριότητα σχεδιασμένη να παράγει μια αλλαγή στον υλικό κόσμο. Στα πρώτα γραπτά του, αντιλαμβάνεται την ερ­γασία ως μια διαδικασία «αντικειμενοποίησης» μέσω της οποίας η εργασία «ενσαρκώ­νεται και γίνεται υλική σε ένα αντικείμενο» (Marx, 1975, σελ. 324). Αργότερα περιγρά­φει την εργασία ως δραστηριότητα μέσω της οποίας τα ανθρώπινα όντα δίνουν μορφή σε υλικά και έτσι εκπληρώνουν τους εαυτούς τους μέσα στον κόσμο.

«Στη διαδικασία της εργασίας… η δραστηριότητα του ανθρώπου, με τη βοήθεια των εργαλείων της εργασίας, επιφέρει μια αλλαγή, σχεδιασμένη από την έναρξή της, στο υλικό που υφίσταται επεξεργασία. Η διαδικασία εξαφανίζεται στο προϊόν, το τελευ­ταίο είναι μια αξία χρήσης, το υλικό της φύσης προσαρμοσμένο από μια αλλαγή μορφής στις ανάγκες του ανθρώπου. Η εργασία έχει ενσωματωθεί στο αντικείμενό της: η πρώτη υλοποιείται, το τελευταίο μετασχηματίζεται» (Marx, 1961, σελ. 180).

Αυτός ο απολογισμός συχνά εκλαμβάνεται να υποθέτει ένα «παραγωγικιστικό» μο­ντέλο το οποίο θεωρεί την εργασία που δημιουργεί ένα υλικό προϊόν ως το παράδειγμα για κάθε εργασία. Κριτικάρεται πολύ σε αυτή τη βάση. Οι Χαρντ και Νέγκρι μαζί με πολλούς άλλους υποδεικνύουν ότι πολλά είδη εργασίας δεν φαίνεται να ταιριάζουν σε αυτή την εικόνα, με μερικά από τα οποία ο Μαρξ ήταν οικείος, ενώ άλλα έχουν αναπτυ­χθεί πρόσφατα.

Υπάρχουν δυο εκδοχές της άποψης ότι ο Μαρξ έχει ένα «παραγωγικιστικό» μοντέ­λο της εργασιακής διαδικασίας. Μερικοί, όπως οι Χαρντ και Νέγκρι, τον κατηγορούν πως προϋποθέτει μια βιομηχανική ιδέα της εργασίας (2000, σσ. 255-256, 92· 2005, σσ. 140-142). Άλλοι, σε αντιπαράθεση, υποστηρίζουν ότι οι ιδέες του Μαρξ βασίζονται σε ένα παράδειγμα της εργασίας του τεχνίτη ή ακόμη και του καλλιτεχνικού έργου. Σε κάθε περίπτωση, ο παραγωγικιστικός απολογισμός παρουσιάζεται είτε σαν αυτονόητος (Adams, 1991) ή σαν μια «εύλογη» ανάγνωση της γλώσσας και της απεικόνισης του Μαρξ (Habermas, 1987, σσ. 65-66· Benton, 1989, σελ. 66). Αυτές οι ερμηνείες είναι επιπόλαιες και μη ικανοποιητικές. Η θεωρία της εργασίας του Μαρξ δεν είναι αυτο­νόητη, ούτε βασίζεται σε απλές μεταφορές ή εικόνες. Είναι ένα κεντρικό στοιχείο μιας συστηματικής φιλοσοφικής θεωρίας της σχέσης των ανθρώπινων όντων προς τη φύση στην οποία η έννοια της εργασίας παίζει ένα θεμελιώδη ρόλο.

Αυτή η θεωρία δεν δηλώνεται ποτέ ρητά από τον Μαρξ. Αν και συζητά το γενικό χαρακτήρα της εργασίας σε αρκετά μέρη, δεν εκφέρει πλήρως τις φιλοσοφικές του προϋποθέσεις (Marx, 1975, 1973, 1961· Marx & Engels, 1970). Αυτές αντλούνται από τον Χέγκελ. Οι χεγκελιανές υποθέσεις υπόκεινται της σκέψης του για την εργασία, όχι μόνο στα πρώτα γραπτά του, όπου είναι ξεκάθαρα πρόδηλες, αλλά σε όλο το έργο του. Για μια έγκυρη κατανόηση της έννοιας του Μαρξ για την εργασία, όπως θα καταδείξω, είναι ουσιώδες να τη δούμε σε αυτή τη χεγκελιανή συνάφεια. Ωστόσο, οι κριτικοί που συζητώ δεν παίρνουν υπόψη αυτό το υπόβαθρο. Όταν η σκέψη του Μαρξ αποκατασταθεί στην κατάλληλη συνάφειά της και ερμηνευθεί σε αυτό το φως, γίνεται σαφές ότι η κατηγορία ότι είναι δέσμιος ενός «παραγωγικιστικού» παραδείγματος είναι αθεμελίωτη και αδι­καιολόγητη. Απεναντίας, είναι μάλλον αυτοί οι κριτικοί που βλέπουν κάθε εργασία με αυτούς τους όρους και τους προεκτείνουν στον Μαρξ.

Ιδιαίτερα η θεωρία ότι η εργασία είναι μια διαδικασία «αντικειμενοποίησης» και μια μορφοποιητική δραστηριότητα έχει προέλευση από τον Χέγκελ και παίζει έναν κε­ντρικό ρόλο στη φιλοσοφία του. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η εργασία είναι μια διακρι­τικά ανθρώπινη («πνευματική») δραστηριότητα. Μέσω αυτής τα ανθρώπινα όντα ικα­νοποιούν τις ανάγκες τους με ένα τρόπο που είναι θεμελιακά διαφορετικός από εκείνο των άλλων ζώων. Τα άλλα ζώα εκτός από τον άνθρωπο είναι καθαρά φυσικά πλάσματα. Οδηγούνται από τις άμεσες ορέξεις τους. Ικανοποιούν τις ανάγκες τους άμεσα, κατα­βροχθίζοντας αυτό που είναι άμεσα παρόν στο περιβάλλον τους. Το αντικείμενο απλά υφίσταται άρνηση και καταστρέφεται σε αυτή τη διαδικασία. Οι ορέξεις ανακύπτουν και πάλι, και η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Η φυσική ζωή διατηρείται, αλλά δεν εμφανί­ζεται καμιά ανάπτυξη.

Η ανθρώπινη εργασία σε αντιπαράθεση δημιουργεί μια μεσολαβημένη σχέση με τις φυσικές μας ορέξεις και με την περιβάλλουσα φύση. Η εργασία δεν καθοδηγείται από το άμεσο ένστικτο. Κάνοντάς τη δεν καταβροχθίζουμε απλά και αρνούμαστε το αντικείμενο. Απεναντίας, η ικανοποίηση πρέπει να αναβληθεί ενώ εργαζόμαστε για να δημιουργήσουμε ένα αντικείμενο που θα καταναλωθεί μόνο αργότερα. Μέσω της εργα­σίας, επιπρόσθετα, τροποποιούμε και διαμορφώνουμε το αντικείμενο και του δίνουμε μια ανθρώπινη μορφή. Έτσι «διπλασιάζουμε» τους εαυτούς μας μέσα στον κόσμο.

Μέσω αυτής της διαδικασίας εγκαθιδρύουμε μια σχέση προς το φυσικό κόσμο και προς τις δικές μας φυσικές επιθυμίες η οποία μεσολαβείται από την εργασία. Αντικει­μενοποιούμε τους εαυτούς μας στο προϊόν μας, και ερχόμαστε να αναγνωρίζουμε τις δυνάμεις μας, που εκπληρώνονται στον κόσμο. Αναπτυσσόμαστε ως σκεπτόμενα, αυτό- συνείδητα όντα. Επιπλέον, υποστηρίζει ο Χέγκελ, οι σχέσεις με τους άλλους είναι ένας αναγκαίος όρος γι’ αυτές τις αναπτύξεις (Hegel, 1977, σελ. 118). Η εργασία δεν είναι μια απλά εργαλειακή δραστηριότητα για να ικανοποιήσουμε μόνο ατομικές ανάγκες, είναι πάντα και αναγκαία μια κοινωνική δραστηριότητα. Περιλαμβάνει και συντηρεί σχέσεις με άλλους.

Αυτές οι ιδέες παραλαμβάνονται και αναπτύσσονται από τον Μαρξ (Sayers, 2003 και 2007a). Έχουν εφαρμογή όχι μόνο στη βιομηχανική ή τεχνική εργασία, αλλά στην εργασία σε όλες τις μορφές της, όπως κάνει σαφές ο Χέγκελ στο επόμενο χωρίο:

«Σε εμπειρικές συνάφειες, αυτή η μορφοποίηση μπορεί να λάβει τα πιο διαφορετικά σχήματα. Το χωράφι που καλλιεργώ παίρνει μορφή με αυτόν τον τρόπο. Όσο αφορά το ανόργανο βασίλειο, δεν του δίνω πάντα μορφή άμεσα. Αν, για παράδειγμα, χτίσω έναν ανεμόμυλο, δεν έχω δώσει μορφή στον αέρα, αλλά έχω κατασκευάσει μια μορφή για να χρησιμοποιήσω τον αέρα… Ακόμη και το γεγονός ότι διατηρώ το θήραμα μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος πρόσδοσης μορφής, γιατί είναι ένας τρόπος συμπεριφοράς υπολογισμένος να διατηρήσει το συγκεκριμένο αντικείμενο. Η εκπαίδευση των ζώων είναι, ασφαλώς, ένας πιο άμεσος τρόπος να τους προσδοθεί μορφή, και παίζω ένα μεγαλύτερο ρόλο στη διαδικασία» (Hegel, 1991, σελ. 86, §56A).

Ο Χέγκελ μεταχειρίζεται εδώ όλα αυτά τα διαφορετικά είδη εργασίας ως μορφοποιητικές δραστηριότητες με την έννοια ότι είναι όλα τρόποι για να προσδοθεί μορφή στην ύλη. Οι «παραγωγικιστικοί» τύποι εργασίας οι οποίοι δημιουργούν ένα υλικό προϊόν, όπως η δουλειά του τεχνίτη και η βιομηχανία, παρουσιάζονται ως ιδιαίτερα είδη εργασίας, αλλά είναι εντελώς σαφές ότι ο Χέγκελ δεν προσπαθεί να εντάξει κάθε εργασία σε αυτό το μοντέλο. Απεναντίας, δίνει έμφαση στη μεγάλη ποικιλία των μορφών που μπορεί να λάβει η εργασία. Το αποτέλεσμά της δεν χρειάζεται να είναι η δημιουργία ενός υλικού προϊόντος, μπορεί επίσης να έχει την πρόθεση να διατηρήσει ένα αντικείμενο, να αλλάξει το χαρακτήρα των ζώων ή των ανθρώπων, να μετασχηματίσει τις κοινωνικές σχέσεις, κ.λπ.

Ο ευρύτερος σκοπός της θεωρίας του Χέγκελ είναι να δώσει ένα συστηματικό απολογισμό των διαφόρων μορφών της εργασίας· και αυτό είναι μέρος ενός ακόμη μεγαλύτερου θέματος. Μια από τις πιο καρποφόρες και υποδηλωτικές ιδέες του Χέγκελ είναι ότι το υποκείμενο και το αντικείμενο αλλάζουν και αναπτύσσονται το ένα σε σχέση προς το άλλο. Αμφισβητεί έτσι την ιδέα του διαφωτισμού ότι ένα παγιωμένο και δεδομένο υποκείμενο αντιμετωπίζει έναν χωριστό και διακριτό εξωτερικό κόσμο. Καθώς αναπτύσσεται η δραστηριότητα του υποκειμένου, αναπτύσσεται και αλλάζει επίσης έτσι το αντικείμενο με το οποίο συσχετίζεται το υποκείμενο.

Αυτή είναι η οργανωτική αρχή του απολογισμού της εργασίας από τον Χέγκελ1. Αντιλαμβάνεται τα διαφορετικά είδη εργασίας ως διαφορετικές μορφές σχέσεις του υποκειμένου προς το αντικείμενο (τη φύση). Με χαρακτηριστικό τρόπο, επιπρόσθετα, οι διαφορετικές μορφές της εργασίας διευθετούνται σε μια ανοδική κλίμακα σύμφωνα με το βαθμό μεσολάβησης που εγκαθιδρύουν ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Ο Μαρξ αντλεί εκτεταμένα από αυτές τις ιδέες. Παρέχουν ένα αναντικατάστατο κλειδί για να κατανοήσουμε τον απολογισμό της εργασίας από τον Μαρξ, όπως θα επιχειρηματολογήσω.

Η άμεση ιδιοποίηση

Η πιο παλιά μορφή εργασίας, που περιλαμβάνει την πιο άμεση σχέση προς τη φύση, είναι η άμεση ιδιοποίηση από τη φύση, όπως το κυνήγι, το ψάρεμα, ή η συλλογή φυτών, κ.λπ. Στην εργασία αυτού του είδους, η φύση λαμβάνεται ως το άμεσα δεδομένο. Αυτή είναι η οριακή περίπτωση, ακόμη ευρισκόμενη κοντά στην αδιαμεσολάβητη, φυσική ιδιοποίηση, κατά το ότι δεν περιλαμβάνει το μετασχηματισμό του αντικειμένου ως τέτοιου. Ωστόσο, μια τέτοια δραστηριότητα είναι διακριτά ανθρώπινη μάλλον, παρά μια καθαρά φυσική και αδιαμεσολάβητη μορφή δραστηριότητας κατά το ότι, στην ανθρώπινη μορφή της, είναι εμπρόθετη, κοινωνικά οργανωμένη και συνήθως περιλαμβάνει τη χρήση εργαλείων ή όπλων2.

Ο Μπέντον επιχειρηματολογεί ότι μια τέτοια εργασία δεν μπορεί να συνταιριαστεί με τον απολογισμό του Μαρξ (Marx, 1961, σελ. 180, παράθεμα πιο πάνω).

«Η μετατροπή του “αντικειμένου της εργασίας” σε μια αξία χρήσης δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς ως “το υλικό της φύσης που προσαρμόζεται με μια αλλαγή μορφής στις ανάγκες του ανθρώπου”. Αυτή η μετατροπή είναι μάλλον ένα ζήτημα επιλογής, απόσπασης και ανακατανομής στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος έτσι ώστε να τεθούν στη διάθεση άλλων πρακτικών (της παραγωγής ή της κατανάλωσης). Αυτές οι πρωταρχικές εργασιακές διαδικασίες, λοιπόν, ιδιοποιούνται αλλά δεν μετασχηματίζουν» (Benton, 1989, σελ. 69)3.

Αυτό δεν είναι σωστό. Μια τέτοια εργασία μετασχηματίζει όντως το αντικείμενο. Η ιδιοποίηση είναι ένα είδος μετασχηματισμού, είναι λάθος να τα αντιπαραθέτουμε αυτά σαν να ήταν αμοιβαία αποκλειόμενα μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Μαρξ, η άμεση ιδιο- ποίηση μετασχηματίζει το αντικείμενο κατά το ότι το ξεχωρίζει από τη φύση (Marx, 1961, σελ. 178). Το αντικείμενο γίνεται έτσι χρησιμοποιήσιμο: το συλλαμβάνουμε και το σκοτώνουμε, το κόβουμε, το αποσπάμε, το μετακινούμε κ.λπ. Η εργασία ενσωματώ­νεται και αντικειμενοποιείται έτσι σε αυτό μέσα από μια αλλαγή μορφής.

Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι μια απλή αλλαγή στη θέση επηρεάζει μόνο τις «εξωτερικές» σχέσεις του αντικειμένου και δεν μεταβάλλει το ίδιο το πράγμα. Αυτή η αντίρρηση υποθέτει ότι οι εξωτερικές σχέσεις ενός αντικειμένου δεν είναι μέρος της ύπαρξής του. Αυτή η άποψη αμφισβητείται από τη χεγκελιανή και μαρξιστική φιλοσοφία η οποία συχνά περιγράφεται ως μια φιλοσοφία των «εσωτερικών σχέσεων» γι’ αυτό το λόγο (Sayers, 1990· Ollman, 1971). Στη συνάφεια της οικονομικής ζωής, το γεγονός ότι το θήραμα ή το ψάρι έχει συλληφθεί κάνει μια μεγάλη διαφορά: «ένα πουλί στο χέρι αξίζει όσο δυο μέσα στο θάμνο».

Γεωργία

Καθώς η παραγωγική δραστηριότητα αναπτύσσεται η σχέση μας προς τη φύση αλλάζει και το υποκείμενο και το αντικείμενο αλλάζουν. Αυτό είναι ένα κομβικό θέμα στον Χέγκελ το οποίο παραλαμβάνεται και αναπτύσσεται από τον Μαρξ. Παραβλέπεται από τους Μπέντον, Χάμπερμας, Χαρντ και Νέγκρι και πολλούς άλλους συγγραφείς. Με την ανάπτυξη της γεωργίας δεν συσχετιζόμαστε πλέον με τη φύση ως κάτι απλά δεδομένο, παύουμε να εξαρτόμαστε πλήρως από τις ενδεχομενικότητες αυτού που είναι άμεσα παρόν. Διευθετούμε ενεργά το φυσικό περιβάλλον ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες μας. Έτσι αρχίζουμε τη διαδικασία της απελευθέρωσής μας από την παθητική εξάρτηση στη φυσική ενδεχομενικότητα4.

Επιπρόσθετα, στη γεωργία, η σχέση μας προς τη φύση μεσολαβείται από την προη- γούμενη εργασία. Η γεωργία χρησιμοποιεί πρώτες ύλες που είναι οι ίδιες τα αποτελέ­σματα προηγούμενης εργασίας (σπόροι, καλλιεργημένη γη, κτηνοτροφία, κ.λπ.), και οι οποίες χρησιμοποιούνται για να δημιουργηθούν χρήσιμα προϊόντα (καρποί, ζώα), κα­θώς και τα υλικά για τη μελλοντική παραγωγή. Στην πορεία, αυτή ικανοποιεί όχι μόνο τις παρούσες ανάγκες, απαιτεί το σχεδιασμό για το μέλλον και τον προσδιορισμό των μελλοντικών αναγκών. Με αυτούς τους τρόπους, η γεωργία περιλαμβάνει μια πιο με­σολαβημένη σχέση του υποκειμένου και του αντικειμένου από την άμεση ιδιοποίηση.

Ο Μπέντον επιχειρηματολογεί ότι η γεωργία είναι μια άλλη περίπτωση που δεν ταιριάζει με το παραγωγικιστικό μοντέλο το οποίο αποδίδει στον Μαρξ. Τα προϊόντα των γεωργικών καλλιεργειών δεν δημιουργούνται διαμορφώνοντας το αντικείμενο αλλά μεγαλώνουν από μόνα τους.

«Η ανθρώπινη εργασία δεν επιφέρει το μετασχηματισμό του φυτού σε καρπό, αλλά διασφαλίζει βέλτιστες συνθήκες για έναν οργανικό μετασχηματισμό ώστε να εμφανιστεί από μόνος του. Αντιπαραθέστε αυτό με τον ξυλουργό που δουλεύει με εργαλεία για να αλλάξει τη μορφή ενός κομματιού ξύλου» (Benton, 1992, σελ. 60).

Η γεωργία, υποστηρίζει, είναι πρωταρχικά «μια εργασία συντήρησης, ρύθμισης και αναπαραγωγής μάλλον παρά μετασχηματισμού» (Benton, 1989, σσ. 67-68).

Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Χέγκελ έχουν ασφαλώς επίγνωση ότι η γεωργία εξαρτάται από φυσικές διαδικασίες, αλλά δεν θεωρούν ότι αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την άποψη ότι η γεωργική εργασία είναι μια μορφοποιητική δραστηριότητα. Νομίζοντας ότι πρέπει να έρχεται, και πάλι ο Μπέντον εκλαμβάνει την έννοια της μορφοποιητικής δραστηριότητας σαν να αναφέρεται ειδικά στην εργασία που δημιουργεί ένα υλικό αντικείμενο. Αυτή είναι μια παρανόηση της έννοιας, όπως έχω τονίσει. Τόσο για τον Χέγκελ όσο και για τον Μαρξ, η γεωργία είναι «μορφοποιητική» κατά το ότι εκπληρώνουμε τους σκοπούς μας στη φύση μέσω αυτής. Περιλαμβάνει τον έλεγχο των φυσικών συνθηκών και διαδικασιών για ανθρώπινους σκοπούς.

Η εργασία του τεχνίτη και η βιομηχανία

Η δουλειά του τεχνίτη περιλαμβάνει μια παραπέρα ανάπτυξη της σχέσης μας προς το αντικείμενο της εργασίας και τη φύση. Σε σύγκριση με τη γεωργία, η δουλειά του τεχνίτη βασίζεται λιγότερο στις φυσικές διαδικασίες και εξαρτάται λιγότερο από τις φυσικές ενδεχομενικότητες. Περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός υλικού προϊόντος από την άμεση δραστηριότητα του εργάτη. Είναι έτσι μια άμεσα μορφοποιητική δραστηριότητα. Αυτό που τη διαφοροποιεί είναι ότι ο εργάτης χρησιμοποιεί τις δεξιότητές του για να κατασκευάσει το αντικείμενο από πρώτες ύλες οι οποίες είναι οι ίδιες τα προϊόντα μιας προηγούμενης εργασίας.

Η δουλειά του τεχνίτη αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η βιομη­χανία. Κάτω από την επίδραση του καπιταλισμού, πρώτα ο καταμερισμός της εργασίας και στη συνέχεια ο χαρακτήρας της ίδιας της εργασιακής διαδικασίας μετασχηματίζο­νται. Υπάρχουν δυο διακριτές φάσεις σε αυτή τη διαδικασία. Η πρώτη περιλαμβάνει αυτό που ο Μαρξ (1976, σσ. 1019-23, 25-34) αποκαλεί «τυπική υπαγωγή» της εργασίας στο κεφάλαιο. Στη φάση αυτή οι παραδοσιακές μέθοδοι εργασίας δεν αλλάζουν, αλλά η κοινωνική οργάνωση της εργασίας, ο καταμερισμός της εργασίας, μετασχηματίζονται.

Με την εισαγωγή των μηχανών, η ίδια η εργασιακή διαδικασία τροποποιείται. Αυτό είναι που ο Μαρξ (1976, σσ. 1023-25, 34-38) αποκαλεί η «πραγματική υπαγωγή» της εργασίας στο κεφάλαιο. Στην παραγωγή του τεχνίτη, ο εργάτης ελέγχει το εργαλείο. Στη βιομηχανική παραγωγή, το εργαλείο το χειρίζεται η μηχανή. Το στοιχείο του τεχνί­τη προοδευτικά εξαλείφεται από την εργασιακή διαδικασία (Marx, 1973, σελ. 705), το βιομηχανικό εργοστάσιο δημιουργείται. Το υποκείμενο και το αντικείμενο αλλάζουν για άλλη μια φορά.

Επιπρόσθετα, με τη μετάβαση από τη χειροτεχνία στη μανιφατούρα και τη βιο­μηχανία, η εργασία γίνεται μια εσωτερικά συνεργατική και κοινωνική διαδικασία. Το προϊόν παύει να είναι κάτι που δημιουργεί ο εργάτης ατομικά, γίνεται το συλλογικό αποτέλεσμα μιας συλλογικής δραστηριότητας (Marx, 1973, σελ. 709). Η κλίμακα της παραγωγής επίσης αυξάνει απροσμέτρητα. Η παραγωγή δεν σχεδιάζεται πλέον να ικα­νοποιήσει ιδιαίτερες και τοπικές ανάγκες, γίνεται αυτό που ο Χέγκελ (1991, σελ. 236, §204) αποκαλεί μια «καθολική» διαδικασία που στοχεύει να ικανοποιεί «καθολικές» ανάγκες μέσω της ανταλλαγής στην αγορά χρησιμοποιώντας το «καθολικό» μέσο του χρήματος. Έτσι τόσο η δραστηριότητα όσο και το προϊόν γίνονται πιο αφηρημένα και καθολικά, και η σχέση του υποκειμένου και του αντικειμένου στην εργασία αποστασιο­ποιούνται και μεσολαβούνται παραπέρα.

Ο αυξανόμενα καθολικός χαρακτήρας της εργασίας είναι επίσης ένα κεντρικό θέμα στον απολογισμό του Μαρξ. Η εργασία του τεχνίτη έχει τις ρίζες της στο ιδιαίτερο. Περιλαμβάνει εξειδικευμένες διαδικασίες και δεξιότητες συνδεμένες με ιδιαίτερα υλικά και προϊόντα. Τα προϊόντα της είναι σχεδιασμένα για να ικανοποιούν ατομικές και τοπι­κές ανάγκες. Η βιομηχανία απομακρύνει αυτούς τους περιορισμούς.

«Αυτό που χαρακτηρίζει τον καταμερισμό της εργασίας στο αυτόματο εργαστήριο είναι ότι η εργασία έχει χάσει εκεί πλήρως τον εξειδικευμένο χαρακτήρα της… Το αυ­τόματο εργαστήριο παραμερίζει τους ειδικούς και την ηλιθιότητα της επαγγελματικής τέχνης» (Marx, 1978, σελ. 138).

Με την εισαγωγή των μηχανών, η εργασία περιορίζεται σε τυποποιημένες και μη­χανικές λειτουργίες που υπαγορεύει η μηχανή, ή στην τροφοδότηση, φροντίδα και συ­ντήρηση των μηχανών. Ωστόσο, η εκβιομηχάνιση και η μηχανοποίηση της εργασίας προετοιμάζει το δρόμο για ακόμη πληρέστερες μορφές αυτοματοποίησης. Όσο πιο μη­χανική γίνεται η εργασία, τόσο πιο πολύ μπορεί να αναληφθεί πλήρως από μηχανές. Στο τέλος, το ανθρώπινο ον μπορεί να «παραμερίσει» (Marx 1973, σσ. 704-05, απηχώντας τον Χέγκελ, σελ. 233, §198).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω της ανάπτυξης της βιομηχανίας, η σχέση του εργάτη προς το προϊόν γίνεται αυξανόμενα μεσολαβημένη και αποστασιοποιημένη. Η εργασια­κή διαδικασία παύει να περιλαμβάνει τον άμεσο μετασχηματισμό του αντικειμένου από τον εργάτη. Το στοιχείο του τεχνίτη σχεδόν απομακρύνεται εντελώς από την ίδια την εργασιακή δραστηριότητα. Στην παραγωγική διαδικασία οι μηχανές λειτουργούν από μόνες τους, η φύση επιδρά πάνω στον εαυτό της. Οι ανθρώπινοι σκοποί εκπληρώνονται μέσω της χρήσης της επιστήμης και της τεχνολογίας και της εφαρμογής της γνώσης. Ο βασισμένος στην τέχνη τρόπος παραγωγής γίνεται ολοένα και λιγότερο κατάλληλος. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει να λέμε ότι η έννοια της εργασίας ως μορφοποιητικής δρα­στηριότητας γίνεται ανεφάρμοστη. Απεναντίας, η βιομηχανική παραγωγή είναι ακόμη μορφοποιητική κατά το ότι είναι εμπρόθετη δραστηριότητα που δίνει μορφή στα υλικά και δημιουργεί αξίες οι οποίες ενσωματώνουν ανθρώπινη εργασία.

Η καθολική εργασία

Η βιομηχανία δημιουργεί μια υψηλά μεσολαβημένη σχέση ανάμεσα στη φύση και τον κοινωνικό κόσμο. Η εργασία απομακρύνεται αυξανόμενα από την παραγωγική εργασία ως τέτοια και το προϊόν δεν σχετίζεται πλέον με ένα άμεσο τρόπο με την ικανοποίηση ιδιαίτερων αναγκών. Ωστόσο, ακόμη και η αυτοματοποιημένη βιομηχανία δεν είναι το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας ανάπτυξης την οποία έχω ανιχνεύσει. Γιατί η σύγχρο­νη βιομηχανία έχει δώσει γένεση σε εντελώς νέα είδη εργασίας που φαίνεται να μην έχουν καμιά απολύτως σχέση με τη δημιουργία των υλικών προϊόντων ή την ικανοποίηση υλικών αναγκών. Αυτά περιλαμβάνουν τις εμπορικές, διοικητικές και άλλων ειδών εργασίες στις υπηρεσίες. Αυτού του είδους η εργασία έχει γίνει αυξανόμενα σημαντική στη σύγχρονη κοινωνία.

Ο Χέγκελ και ο Μαρξ ήταν μάρτυρες της αρχής αυτών των αναπτύξεων. Ο Χέ­γκελ πραγματεύεται το εμπόριο ως ένα τύπο εργασίας που συνδέεται ουσιαστικά και υποτάσσεται στην παραγωγική βιομηχανία. Ωστόσο, θεωρεί τη δημόσια διοίκηση και εκπαίδευση ως διακριτές σφαίρες οι οποίες περιλαμβάνουν την καθολική εργασία μιας ξεχωριστής τάξης δημοσίων υπαλλήλων. Μια τέτοια εργασία είναι καθολική κατά το ότι αφαιρείται από τη δημιουργία ιδιαίτερων αντικειμένων για να ικανοποιηθούν ιδιαίτερες υλικές ανάγκες. Επιπρόσθετα, είναι το αποτέλεσμα της άσκησης καθολικών, διανοητι­κών και ορθολογικών δυνάμεων. Ο Μαρξ επίσης θεωρεί πως μια τέτοια εργασία επι­στρατεύει τις διανοητικές ικανότητες και δημιουργεί μια πιο καθολική και αφηρημένη σχέση ανάμεσα στον εργαζόμενο και το αντικείμενο.

Το εμπόριο, η διοίκηση και η εργασία στις υπηρεσίες δεν έχουν άμεσα υλικά προϊ- όντα, όμως τόσο ο Χέγκελ όσο και ο Μαρξ περιλαμβάνουν αυτά τα είδη εργασίας στην ίδια κατηγορία των μορφοποιητικών δραστηριοτήτων όπως τα άλλα είδη εργασίας. Κα­θώς αυξάνεται η οικονομική δραστηριότητα από μια τοπική σε μια βιομηχανική κλί­μακα, χρειάζονται μηχανισμοί διοίκησης, διανομής και ανταλλαγής για να οργανωθεί η παραγωγή, και να διατηρηθούν οι συνδέσεις ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές. Η εργασία στο εμπόριο, στη διοίκηση και τις υπηρεσίες είναι μορφοποιητική δραστηριότητα κατά το ότι δημιουργεί και συντηρεί αυτές τις οικονομικές και κοι­νωνικές σχέσεις.

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ

1. Αυτό είναι επίσης το οργανωτικό θέμα στους απολογισμούς της ανάπτυξης του «πνεύματος» από τον Χέγκελ (Hegel, 1977· 1975· 1988). Τα πρώτα έμβρυα αυτής της θεωρίας για την εργασία εμφανίζονται πολύ νωρίς στο έργο του Χέγκελ (Hegel, 1979). Έχει λάβει καλή επεξεργασία στην περίοδο των διαλέξεων της Ιένα (Hegel, 1983). Παρουσιάζεται και πάλι στο Hegel, 1991, σσ. 231-39, §§196-207. Αυτό το έργο ήταν καλά γνωστό στον Μαρξ. Οι προγενέστεροι απολογισμοί δεν είχαν δημοσιευθεί στην εποχή του Μαρξ και δεν θα ήταν διαθέσιμοι σε αυτόν.

2. «Όλα εκείνα τα πράγματα που η εργασία απλά διαχωρίζει από την άμεση σύνδεση με το περιβάλ­λον τους, είναι αντικείμενα της εργασίας που παρέχονται αυτόματα από τη φύση. Τέτοια είναι τα ψάρια που πιάνουμε και αποσπάμε από το περιβάλλον τους, το νερό, η ξυλεία που αποκόβουμε σε ένα παρθένο δάσος, και τα ορυκτά τα οποία εξορύσσουμε από τις φλέβες τους» (Marx, 1961, σελ. 178). Μια τέτοια εργασία αναφέρεται συνοπτικά από τον Χέγκελ (1997, σσ. 179-80, §103).

3. Πβλε Grundmann, 1991· Benton, 1992, σελ. 59 κ.ε.

4. Ασφαλώς, η γεωργία παραμένει εξαρτημένη από τις φυσικές ενδεχομενικότητες των εποχών, το κλίμα, τον καιρό, ως τη στιγμή που αρχίζουμε να απελευθερώνουμε τον εαυτό μας από αυτούς τους παράγοντες επίσης.

*Ο Σον Σέγιερς είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. Απόσπασμα από τη συνεισφορά του στον τόμο 15 της Μαρξιστικής Σκέψης, σελ. 186-193.