Η Μικρασιατική Εκστρατεία και το ΣΕΚΕ (Κ)

Η Συνθήκη των Σεβρών: Η ανατολή και η δύση της μεγάλης ιδέας

Δεκαπέντε μήνες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη –στις 28 Ιουλίου/ 10 Αυγούστου του 1920– ακολούθησε η Συνθήκη των Σεβρών, που αλυσόδεσε ολοκληρωτικά την ελληνική πλευρά στα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων εξυψώνοντας στα ουράνια τον μεγαλοϊδεατισμό της ελληνικής αστικής τάξης, πριν τον ξαπλώσει φαρδύ-πλατύ στα λασπόνερα της καταστροφής που ακολούθησε.

Η Συνθήκη των Σεβρών περιλάμβανε 433 κύρια άρθρα κι ένα μεγάλο αριθμό μακροσκελών παραρτημάτων.

Στα βασικά της σημεία η συνθήκη προέβλεπε23: Την παραχώρηση στην Ελλάδα της Ανατολικής Θράκης μέχρι και τα προάστια της Κωνσταντινούπολης, όπως επίσης και των νησιών Ίμβρου και Τενέδου. Την παραχώρηση στην Ελλάδα από το Σουλτάνο της άσκησης των κυριαρχικών του δικαιωμάτων σ’ όλη την περιοχή της Σμύρνης, με αρκετά μεγάλη ενδοχώρα24. Την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου: Λήμνο, Σαμοθράκη, Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία. Την παραχώρηση της Δωδεκανήσου και του Καστελόριζου από την Τουρκία στην Ιταλία. Την ελευθερία ναυσιπλοΐας στα στενά του Ελλήσποντου, της Προποντίδας και του Βοσπόρου για όλα τα πολεμικά και εμπορικά πλοία, κατά τη διάρκεια της ειρήνης αλλά και κατά την πολεμική περίοδο. Την αναγνώριση της Αρμενίας από την Τουρκία ως ανεξάρτητου κράτους και τον καθορισμό των συνόρων της με την Τουρκία προσωπικά από τον Αμερικανό πρόεδρο. Την αναγνώριση ως ανεξάρτητων κρατών της Συρίας και της Μεσοποταμίας, υπό την εντολή μεγάλης δύναμης. Την ανάθεση της διοίκησης της Παλαιστίνης στους Βρετανούς και Γάλλους, οι οποίοι θα μεριμνούσαν για την εγκατάσταση Ισραηλινών στην περιοχή αυτή. Την αναγνώριση από την Τουρκία της Εδγάζης ως ανεξάρτητου κράτους. Τον περιορισμό της στρατιωτικής τουρκικής δύναμης στους 60.000 άνδρες, με εθελούσια μόνον κατάταξη, και του ναυτικού σε 7 κανονιοφόρους και 6 τορπιλοβόλα, όπως επίσης και τη διάλυση των αεροπορικών μονάδων και υπηρεσιών. Την επαναφορά του καθεστώτος των διομολογήσεων υπέρ των συμμάχων, την ελευθερία πτήσης συμμαχικών σκαφών πάνω από το έδαφος και τα χωρικά ύδατα της Τουρκίας και προσγείωσής τους στα τουρκικά αεροδρόμια. Τη σύσταση δημοσιονομικής επιτροπής και συμβουλίου δημοσίου χρέους, που θα αποτελούνταν από αντιπροσώπους της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας και Τούρκο αντιπρόσωπο με συμβουλευτική ψήφο, για τον πλήρη έλεγχο της τουρκικής οικονομίας.

Χρόνος έναρξης εφαρμογής της συνθήκης καθορίστηκε η ημερομηνία κατάθεσης της επικύρωσής της από τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία, και την Τουρκία.

Μαζί με τη Συνθήκη Ειρήνης υπογράφηκαν και οι συμπληρωματικές συνθήκες:

• Η «Συνθήκη περί Δυτικής Θράκης»: υπογράφηκε από την Ελλάδα και τις τρεις μεγάλες δυνάμεις και αφορούσε την παραχώρηση στην Ελλάδα της Δ. Θράκης η οποία είχε αποσπαστεί από τη Βουλγαρία με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27/11/1919) και είχε προσφερθεί στους συμμάχους.

• Η «Συνθήκη περί Δωδεκανήσου»: υπογράφηκε από την Ελλάδα και την Ιταλία και αφορούσε την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, εκτός από τη Ρόδο, η οποία θα παρέμενε στην κυριαρχία της Ιταλίας. Η Ιταλία δεσμευόταν να παραχωρήσει στη Ρόδο ευρεία τοπική αυτονομία και μετά από 15 χρόνια θα επιτρεπόταν στους κατοίκους της να αποφανθούν για την τύχη τους με δημοψήφισμα, το οποίο θα ακολουθούσε.

• Η «Συνθήκη περί προστασίας των εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα»: υπογράφηκε από την Ελλάδα και τις τρεις μεγάλες δυνάμεις και αφορούσε την προστασία των εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα και την παραχώρηση από την τελευταία στις βλάχικες κοινότητες της Πίνδου τοπικής αυτονομίας, σχετικής με θρησκευτικά και σχολικά ζητήματα, όπως επίσης και την αναγνώριση και τη διατήρηση των δικαιωμάτων των μη ελληνικών μοναστηριακών κοινοτήτων του Αγ. Όρους.

• Η «Συνθήκη περί ειδικών δικαιωμάτων επαγρυπνήσεως και ελέγχου». Υπογράφηκε από την Ελλάδα και τις τέσσερις δυνάμεις (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και Ιαπωνία) και περιέλαβε την παραίτηση της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας από τα ειδικά δικαιώματά τους επαγρύπνησης και ελέγχου στην Ελλάδα, τα οποία τους παρέχονταν από τις Συνθήκες του Λονδίνου (7/5/1832, 14/11/1863 και 29/3/1864). Επίσης, περιέλαβε και την παραίτησή τους από τις σχετικές με τον έλεγχο της θρησκευτικής ελευθερίας διατάξεις του Πρωτοκόλλου 3 του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1883. Διευκρινίζεται ότι οι θρησκευτικές ελευθερίες διασφαλίζονταν με την εγγύηση της Κ.τ.Ε.

• Η «Σύμβαση περί ζωνών επιρροής στην Τουρκία»: υπογράφηκε από τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία και αφορούσε τις ζώνες επιρροής στην Τουρκία της Γαλλίας και της Ιταλίας. Συγκεκριμένα, η Κιλικία περιλαμβανόταν στη ζώνη γαλλικής επιρροής και οι περιοχές Αττάλειας και Ικονίου στην ιταλική ζώνη.

Η Συνθήκη των Σεβρών προκάλεσε έκρηξη στον κοσμοπολιτισμό της ελληνικής αστικής τάξης που κοίταζε πλέον το χάρτη κι έβλεπε μπροστά της ν’ απλώνεται μια τεράστια αγορά. Τα αισθήματά της αυτά επιχείρησε να τα μεταλαμπαδεύσει στην ψυχή του λαού καλλιεργώντας έναν άκρατο εθνικισμό. Η συνθήκη όμως αυτή προκάλεσε βάναυσα το εθνικό-πατριωτικό συναίσθημα του τουρκικού λαού. Γι’ αυτόν, η κυβέρνηση του Σουλτάνου έπαψε, πλέον, να έχει την παραμικρή αξία ενώ αντίθετα στα μάτια του εξυψωνόταν στο μέγιστο βαθμό η ένοπλη εθνική αντίσταση. Αλλά και στις ευρωπαϊκές χώρες η Συνθήκη των Σεβρών –που χαρακτηρίστηκε μάταιη γιατί καμία χώρα δεν την επικύρωσε και δεν ενδιαφέρθηκε να την εφαρμόσει– συνάντησε θύελλα αντιδράσεων ενώ την επομένη της υπογραφής της άρχισε η συζήτηση για την αναθεώρησή της25.

Η Συνθήκη των Σεβρών χαρακτηρίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τους οπαδούς του μεγάλη εθνική επιτυχία. Η ζωή όμως πολύ γρήγορα απέδειξε το ακριβώς αντίθετο. Χαρακτηρίζοντας την κατάσταση που δημιουργούσε η συνθήκη ο Σπ. Μαρκεζίνης γράφει26: «Αυτό περίπου ήτο το καθεστώς των Συνθηκών εις το οποίο κατέληξαν οι μεγάλοι νικηταί του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολύ ολίγον ρεαλιστικόν, ουχί σπανίως άδικον, συχνά θεωρητικόν και ως εκ τούτου ετοιμόρροπον».

Τώρα πια, δεν υπάρχει κανείς νοήμων που να μην αναγνωρίζει ότι η εν λόγω συνθήκη ήταν συνυφασμένη με τον καιροσκοπισμό της ελληνικής αστικής τάξης και τα εκάστοτε συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ. Γράφει για παράδειγμα ο καθηγητής Κ. Σβολόπουλος: «Η συνθήκη των Σεβρών συνυφάνθηκε, ως ένα βαθμό, στη γενική σύλληψη και την ειδικότερη διατύπωσή της με τις αποικιακές βλέψεις και τις ιμπεριαλιστικές τάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Και οι τελευταίες αυτές ήταν πάντοτε συναρτημένες με ενδογενείς αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, ικανούς άλλοτε να ευνοήσουν και άλλοτε να παραβλάψουν τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας»27.

Περισσότερο σαφής και κατηγορηματικός για την αξία της συνθήκης είναι ο Πρέσβης Κ. Σακελλαρόπουλος ο οποίος αναφέρει28: «Η συνθήκη των Σεβρών –εις το μέρος της ιδίως που ενδιέφερε την Ελλάδα– προήλθε από σύγκρουσιν επιρροών και επιδιώξεων, τας οποίας δεν κατόρθωσε να συμβιβάση. Και μόνον συρροή πραγματικώς εκπληκτική περιστάσεων, φαινομενικώς ευνοϊκών δια τας λύσεις που περιέλαβον αι διατάξεις της, έκαμε προς στιγμήν δυνατή την υπογραφή της… Όλοι αυτοί οι φαινομενικώς ευνοϊκοί δια την ελληνικήν υπόθεσιν συντελεσταί έκαμον δυνατήν την υπογραφήν μιας συνθήκης, η οποία έμμελε τελικώς να αποβή όργανον καταστροφής. Η Συνθήκη των Σεβρών δεν υπήρξε πράγματι, δια την Ελλάδα, παρά μία από τας απροσδοκήτους εκείνας εντυπωσιακάς αλλ’ επιφανειακάς και δια τούτο εφημέρους επιτυχίας, τας οποίας –εις την ζωήν των εθνών όπως και των ατόμων– αι πικρότεραι απογοητεύσεις ακολουθούν».

Η μικρασιατική εκστρατεία και η πολιτική του ΣΕΚΕ

Το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) ήταν αντίθετο από την πρώτη στιγμή στον τυχοδιωκτισμό της μικρασιατικής εκστρατείας. Άλλωστε από το πρώτο ιδρυτικό συνέδριό του (1918) υποστήριξε την έναρξη διαπραγματεύσεων για την επίτευξη ειρήνης χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις και την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών29. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι λίγες ημέρες πριν την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, στις 18 Απριλίου/1 Μαΐου του 1919, η κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να εμποδίσει «αυθαιρέτως» το ΣΕΚΕ «να εορτάση εις την έδραν του (Αθήνα) την 1ην Μαΐου, να οργανώση παρέλασιν διά της πόλεως... ακόμη να συνέλθη και εις αυτά τα γραφεία του, τα οποία απεκλείσθησαν διά μυδραλιοβόλων»30. Η αντίδραση εκείνης της εποχής είχε τα σχέδιά της και γνωριζε πολύ καλά τί είχε απέναντί της. Όσο αδύναμο κι αν ήταν τότε το ΣΕΚΕ, η ακτινοβολία της οκτωβριανής επανάστασης και η ίδια η κρίση του καπιταλισμού δημιουργούσαν μια άλλη δυναμική στα πράγματα.

Στις 30 Ιουλίου του 1920 ο αστικός Τύπος στα πρωτοσέλιδά του πανηγύριζε για τη «μεγάλη επιτυχία» της συνθήκης των Σεβρών. Αντίθετα ο Ριζοσπάστης στο πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο του, υπό τον τίτλο «Δεν είνε ειρήνη των λαών», υπογραμμένο από τον τότε διευθυντή του Γιάννη Πετσόπουλο, έγραφε: «Κανονιές και κωδωνοκρουσίες ανήγγειλαν χθες την υπογραφήν της ειρήνης με την Τουρκίαν, η οποία ήλθε να συμπληρώση το έργον της ειρήνης των Βερσαλλιών και να κατακυρώση οριστικώς (;) εις τους νικητάς την εκ του πολέμου λείαν. Η αστική Ευρώπη, και μαζύ της αι αστικαί τάξεις της χώρας μας δικαίως πανηγυρίζουν. Ο απολογισμός του πολέμου υπήρξε δι’ αυτάς πλούσιος εις καρπούς… Περισσότερον από τους λαούς κάθε άλλης χώρας, οι λαοί της βαλκανικής υπέστησαν τα δεινά του πολέμου. Επί οκτώ χρόνια ο Έλλην χωρικός, ο Έλλην εργάτης, ο Έλλην μικροϋπάλληλος και μικροεπαγγελματίας δεν εγνώρισεν ανάπαυσιν. Σερνόμενος από το ένα πολεμικόν μέτωπον εις το άλλο, θα γυρίσει τώρα εις το σπίτι του για να περισυλλέξη τα ναυάγια της κατεστραμένης του ζωής, για να ριφθή και πάλιν εις τον άγριον αγώνα για το ψωμί. Όχι, δεν είνε δυνατόν να είνε η ειρήνη που επόθησε, η ειρήνη που ωνειρεύθη και για την οποία επίστευσε κάποτε ότι επολέμα, αυτή που έρχεται να καθιερώση και να συνεχίση την βίαν και την εκμετάλλευσιν, αυτή που έρχεται να διαιωνίση την σημερινή του δυστυχίαν, αυτή που έρχεται να στερεώση και πάλιν την κυριαρχίαν των τυράννων του»31.

Η στάση αυτή του Ριζοσπάστη πληρώθηκε ακριβά. Την ημέρα που η εφημερίδα του κόμματος διατύπωνε ένα τέτοιο κατηγορώ για τη συνθήκη των Σεβρών, δύο απότακτοι αξιωματικοί αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών όπου εκείνος περίμενε το τρένο για να επιστρέψει στην Ελλάδα.

«Όταν την ίδια μέρα –γράφει ο Γιάννης Κορδάτος32– μαθεύτηκε στην Αθήνα η δολοφονική απόπειρα, από τη μια μεριά η αστυνομία έπιασε πολλά στελέχη της αντιβενιζελικής παράταξης (αξιωματικούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους κλπ.) και τους φυλάκισε και από την άλλη θερμόαιμοι βενιζελικοί οργάνωσαν οχλοκρατικές διαδηλώσεις και επιδρομές στα γραφεία των αντιβενιζελικών εφημερίδων. Μέσα σε 2-3 ώρες καταστραφήκαν τα γραφεία και πιεστήρια όλων των αντιβενιζελικών εφημερίδων καθώς και τα γραφεία του “Ριζοσπάστη” που ήταν στην οδό Πειραιώς 24».

Ασφαλώς ο Ριζοσπάστης δεν μπορούσε να χρεωθεί ότι αποτελεί μέρος των ενδοαστικών αντιθέσεων της εποχής, ούτε οι κομμουνιστές μπορούσαν να κατηγορηθούν ως δυνάμει ένοχοι της απόπειρας κατά του Βενιζέλου. Ο Ριζοσπάστης μπήκε στο στόχαστρο για τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής που υπηρετούσε και τη στάση του απέναντι στην επεκτατική πολιτική των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 10 Σεπτέμβρη του 1920, η ΚΕ του ΣΕΚΕ με προκήρυξή της προς τους εργάτες και τους αγρότες της Ελλάδας, αντιτασσόταν για άλλη μια φορά στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Σημείωνε33:

«Η κυβερνώσα αστική τάξις επωφελείται της υπογραφής της ειρήνης με την Τουρκίαν για να παρασύρη τας εργαζομένας λαϊκάς μάζας εις σωβινιστικάς και πατριωτικάς εορτάς. Η αστική τάξις της χώρας έχει συμφέρον και αυτήν την φοράν, περισσότερον από κάθε άλλην, να εξαπατήση τον λαόν, τας εργαζομένας τάξεις της χώρας, κολακεύουσα το εθνικόν αίσθημα αυτών, το οποίον οι πολιτευταί, τα σχολεία, οι παπάδες και οι στρατιωτικοί καταλλήλως διέστρεψαν εις έναν στενόν σωβινισμόν, εις μίσος τυφλόν κατά των αδελφών των, των εργατών και των χωρικών των άλλων χωρών της Βαλκανικής. Έχει συμφέρον να εξαπατήση και πάλιν τας εργαζομένας τάξεις της χώρας, με το πρόσχημα μιας δήθεν οριστικής ειρήνης, με το επιχείρημα του “διπλασιασμούτηςπατρίδος” και της απελευθερώσεως των “υποδούλων αδελφών”. Εχει ακόμη συμφέρον να εξαπατήση διά μίαν ακόμη φοράν τον λαόν, διά να δικαιολογήση παν ό,τι εναντίον του ιδίου λαού διεπράχθη, διά να υποκλέψη την ψήφον του αύριον και να νομιμοποιήση την εγκληματικήν πολιτικήν, την οποίαν επί οκτώ χρόνια τώρα εφαρμόζει, την πολεμικήν πολιτικήν, την οποίαν εν ονόματι δήθεν της εθνικής απελευθερώσεως οργάνωσε, την πολιτικήν της τρομοκρατίας και δικτατορίας, την οποίαν εν ονόματι δήθεν των εθνικών ζητημάτων εφήρμοσεν. Έχει τέλος συμφέρον η αστική τάξις διά να εξοφλήση άπαξ διά παντός με τας ευθύνας της διά την καταστροφήν και την δυστυχίαν εις την οποίαν εξέθεσε την χώραν, διά να δικαιολογήση τα άνομα κέρδη και τας ανόμους κατά τον πόλεμον κτηθείσας περιουσίας, διά να αποτρέψη την προσοχήν του λαού από την αθλιότητα που τον μαστίζει και διά ν’ απομακρύνη την σκέψιν του από τους νέους πολέμους που παρασκευάζει, από τα νέα πραξικοπήματα που βυσσοδομεί κατά της ελευθερίας του και κατά της ζωής του… Το κόμμα μας έχει την υποχρέωσιν ν’ αποκαλύψη εις τα μάτια των εργαζομένων τάξεων της χώρας το αίσχος που περικαλύπτουν αι περίφημοι αυταί συνθήκαι της ειρήνης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η συνθήκη με την Τουρκίαν. Εχει υποχρέωσιν ν’ αποκαλύψη ιδίως το ψεύδος που περικαλύπτει η ειρήνη αυτή, τον μύθον περί της απελευθερώσεως υποδούλων πληθυσμών, το ψεύδος περί του δήθεν τερματισμού του πολέμου. Οι υπόδουλοι πληθυσμοί δεν απηλευθερώθησαν. Ο πόλεμος δεν ετελείωσεν. Απλώς διά της ειρήνης ταύτης ετέθησαν αι βάσεις των πολέμων της αύριον… Η ειρήνη, εν ονόματι της οποίας μας εκάλεσαν υπό τα όπλα και εν ονόματι της οποίας επολεμήσαμεν, δεν είναι αυτή διά την οποίαν εορτάζουν σήμερον οι εκμεταλλευταί μας. Η πατρίς, εν ονόματι της οποίας σας ομιλούν, η πατρίς μας, δεν είναι εκείνη διά την οποίαν εδώσαμε και την ζωήν μας και διά το μεγάλωμα της οποίας επί οκτώ τώρα χρόνια υπέστημεν ημείς και αι οικογένειαί μας τας κακουχίας και τας στερήσεις του πολέμου.

Η ελευθερία μας και η ελευθερία των υποδούλων αδελφών μας δεν είναι αυτή που πραγματοποιεί η ειρήνη των αστών, αυτή εν ονόματι της οποίας δεκάδες συντρόφων μας στενάζουν εις τας φυλακάς, εν ονόματι της οποίας οι εργάται των απελευθερωθέντων εδαφών καταδιώκονται και φυλακίζονται.

Η ειρήνη την οποίαν πανηγυρίζουν, είναι εκείνη που καθιερώνει την ιδικήν μας δυστυχίαν και την ιδικήν των κυριαρχίαν. Είναι ειρήνη μεταξύ των αστικών τάξεων των κυρίων μας, εναντίον των εργαζομένων τάξεων των δούλων. Η πατρίς, της οποίας ιδιοποιούνται το όνομα, η πατρίς των, για την οποίαν μας έστειλαν να πολεμήσουμε, δεν είναι παρά η γεωγραφική εκείνη έκτασις επί της οποίας απλώνεται η εκμετάλλευσίς των. Το μεγάλωμά της διά το οποίον πανηγυρίζουν, είναι η επέκτασις των ορίων της εκμεταλλεύσεώς των και της προσοδοφόρου τοποθετήσεως των κεφαλαίων των.

Η ελευθερία την οποίαν καυχώνται ότι πραγματοποιεί η ειρήνη, είναι πραγματικώς η πολιτική και οικονομική υποδούλωσις της χώρας μας εις τας μεγάλας κεφαλαιοκρατικάς δυνάμεις της Δύσεως, των συμφερόντων των οποίων αποτελεί σήμερον και θα αποτελεί και εις το μέλλον ένα τυφλόν και ετεροκίνητον όργανον. Η ελευθερία περί της οποίας ομιλούν, είναι η ελευθερία της τάξεώς των, εις βάρος της ελευθερίας της ιδικής μας πολυπληθούς τάξεως, την οποίαν καταπιέζουν και καταδυναστεύουν. Εις την απελευθέρωσιν των δούλων αδελφών δεν βλέπουν τίποτε άλλο, παρά την απόκτησιν φθηνών εργατικών χειρών για την βιομηχανίαν των, φθηνών σκλάβων για τα τσιφλίκια των και τα κτήματά των, νέων καταναλωτών για τα εμπορεύματά των…».

Η προκήρυξη κατέληγε συμπυκνώνοντας την πολιτική του κόμματος στα παρακάτω συνθήματα: «Κάτω οι πολέμοι και η αλληλοσφαγή των λαών! Κάτω η επιστράτευσις και κάθε άλλος εκβιασμός του λαού διά νέους πολέμους! Ζήτω η ειρήνη μεταξύ όλων των λαών της Ανατολής και όλου του κόσμου!»

Η αντιπολεμική δράση του ΣΕΚΕ δεν περιορίζεται σε ανακοινώσεις και στη διαφώτιση του λαού. Εξαπλώνεται και μέσα στο στρατό καθώς στο μικρασιατικό μέτωπο έχει συγκροτηθεί Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των κομμουνιστών στρατιωτών με στόχο να διαφωτίζει τους στρατιώτες του μετώπου, να απαντά στις όποιες πράξεις, ανοχές ή και σκόπιμες παραλείψεις της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας. Στα κείμενά της αναδεικνύει τους στόχους και τις σκοπιμότητες της τυχοδιωκτικής Μικρασιατικής Εκστρατείας. Έτσι, την Πρωτοχρονιά του 1921, το Κεντρικό Συμβούλιο των κομμουνιστών στρατιωτών του μετώπου μεταφέρει ένα διαφωτιστικό, ζωντανό και επαναστατικό μήνυμα για το νέο έτος, όπου ανάμεσα στα άλλα αναφέρει34: «Η πρώτη του 1921 δεν ακούει εδώ πάνω στο μέτωπο ούτε τα μοιρολόγια των αδικοσκοτωμένων, ούτε τους στεναγμούς των βασανισμένων, αλλά μια κραυγή μεγάλη, στεντόρεια, που βγαίνει κι από των πολεμιστάδων τα παλληκαρίσια στήθια κι από των κειτόμενων τα χτικιασμένα πνευμόνια κι από των αποθαμένων τα χωσμένα κόκαλα: Ζήτω η επανάστασις!» Την ίδια περίοδο, στον ελλαδικό χώρο, από τις αρχές του 1921, οργανώνονται διαδηλώσεις και άλλες κινητοποιήσεις με οικονομικά, πολιτικά αιτήματα και αντιπολεμικά συνθήματα. Η απάντηση της αντίδρασης φτάνει μέχρι το σημείο να εμποδιστεί η έκδοση του Ριζοσπάστη για τρεις μέρες.

Το ΣΕΚΕ συνέχισε την ίδια πολιτική ως το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Έτσι το Φλεβάρη του 1922 σε ανακοίνωσή της ΚΕ του σημειώνει: «Μόνον το κόμμα μας είχε το θάρρος να διακηρύξει ότι ο μικρασιατικός πόλεμος είναι καταδικασμένος από τον ελληνικόν λαόν και ότι η συνέχισίς του πρόκειται να αποβή εις καταστροφήν ολοκλήρου της χώρας». Και πρότεινε: «Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από την κρίσιν παρά μόνον η κατάπαυσις του πολέμου και η άμεσος ειρήνη, καθώς και η διάλυσις της εθνοσυνελεύσεως, η οποία διά της στάσεώς της απεδείχθη αντίθετος προς την εντολήν την οποίαν έλαβεν»35.

Η απάντηση της αντίδρασης σε αυτή την πολιτική ήταν να εντείνει την τρομοκρατία, την οποία υπέστη το ΣΕΚΕ σε όλη τη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου. Έτσι μέσα στο 1922 η νέα κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη εξαπολύει απηνείς διώξεις κατά των κομμουνιστών με συλλήψεις, καταδίκες και φυλακίσεις. Τα μέτρα θα ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο σε μαζικότητα και βιαιότητα. Στις αρχές Ιουλίου κλείνεται στις φυλακές Συγγρού ο διευθυντής του Ριζοσπάστη Γ. Πετσόπουλος. Τέσσερις μέρες αργότερα συλλαμβάνονται τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΕΚΕ (Κ) και της Διοίκησης της ΓΣΕΕ για αντιπολεμική δράση. Στο Μέτωπο η τρομοκρατία, επίσης, διογκώνεται. Συλλαμβάνονται στρατιώτες για την αντιπολεμική τους δράση. Είναι μέλη και οπαδοί της Κεντρικής Επιτροπής κομμουνιστών στρατιωτών του μετώπου. Είκοσι δύο στρατιώτες κλείνονται στις φυλακές της Σμύρνης, με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας».

Το μέτωπο στον πόλεμο δεν άργησε να καταρρεύσει. Στις 8 του Σεπτέμβρη, οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη και στις 18 του ίδιου μήνα ολοκληρώθηκε η εκκένωση της Μ. Ασίας από τα ελληνικά στρατεύματα. Η συνέχεια είναι γνωστή. Αλλά ακριβώς σε αυτές τις συνθήκες, το ΣΕΚΕ (Κ) και η ΓΣΕΕ κάνουν διάβημα «Προς τα Κομμουνιστικά Κόμματα και τας Εργατικάς Συνομοσπονδίας της Ευρώπης και προς την Ρωσίαν», ζητώντας τη συμβολή τους για την προστασία των ελληνικών πληθυσμών και των αιχμαλώτων36.

Σημειώσεις
23. Βλάσης Μ. Βλαγκόπουλος: Συνθήκες Σταθμοί της Ιστορίας - Οδοιπορικό 146 χρόνων 1821-1967, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 250-257 και Χαραλ. Γ. Νικολάου: Διεθνείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες, συμφωνίες και συμβάσεις, εκδόσεις Ι. Φλώρος, σελ. 519-580.
24. Η Ελλάδα αναλάμβανε την ευθύνη διοίκησης των εδαφών αυτών, με την υποχρέωση σύγκλησης μιας μορφής τοπικής βουλής, στην οποία θα έπαιρναν μέρος οι διάφορες εθνικότητες της περιοχής. Η τοπική αυτή βουλή θα είχε, μετά από πέντε χρόνια, το δικαίωμα να ζητήσει την οριστική προσάρτηση της περιοχής στην Ελλάδα από την Κ.τ.Ε. Στην Ελλάδα, επίσης, δινόταν το δικαίωμα διατήρησης στην περιοχή των αναγκαίων στρατιωτικών δυνάμεων για την τήρηση της τάξης.
25. Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΕ΄, σελ. 142.
26. Σπ. Β. Μαρκεζίνη: Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ, τόμος 3ος, σελ. 275.
27. Κωνσταντίνου Σβολόπουλου: Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 156.
28. Κ. Σακελλαρόπουλος: Η Σκιά της Δύσεως, Αθήναι 1961, σελ. 144-145.
29. Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α΄, Αθήνα 1974, σελ. 11.
30. Στο ίδιο, σελ. 18.
31. Ριζοσπάστης, 30/7/1920.
32. Γιάννη Κορδάτου: Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις 20ος Αιώνας, τόμος XIII, σελ. 541.
33. Ολόκληρη η Προκήρυξη: Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α΄, Αθήνα 1974, σελ. 104-110.
34. Εργατικός Αγών, 3/1/1921 και Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α΄, Αθήνα 1974, σελ. 176-178.
35. Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α΄, Αθήνα 1974, σελ. 229-231.
36. Ολόκληρα τα κείμενα, στο ίδιο, σελ. 254-255.
* Ο Γιώργος Πετρόπουλος είναι δημοσιογράφος και ιστορικός. Το παρόν είναι αποσπάσματα από το άρθρο του στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 14, σελ. 44-60.