Η πολιτική του ΣΕΚΕ στο Μικρασιατικό Ζήτημα

Τουρκικός εθνικισμός και γερμανικός ιμπεριαλισμός

Ο μιλιταριστικός τουρκικός εθνικισμός υπήρξε ο καταλύτης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Οι στρατιωτικοί που τον εξέφρασαν χαρακτηρίζονταν από ακραία εθνικιστική υπεροψία. Αποκαλυπτική είναι μια σύσταση του Ισμέτ Ινονού προς τους νέους αξιωματικούς: «Ο σουλτάνος είναι εχθρός σας. Είναι επτά γενεών εχθρός σας… ακόμα και ο λαός είναι εχθρός σας»12. Με την εμφάνισή του ο όρος «Τούρκος» άρχισε να αποκτά θετική σήμανση, ενώ για πρώτη φορά ο χώρος που καταλάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να περιγράφεται ως «Τουρκία» 13. Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (Celal Bayar) αναφέρει ότι οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα».14 Η αντίληψη που διαμόρφωσε η νεοτουρκική ηγεσία στους αξιωματικούς που προσχώρησαν στο κίνημα, εμπεριείχε την επιφύλαξη, αν όχι και την εχθρότητα απέναντι στο λαό. Το αντιχριστιανικό κλίμα και η τάση για ισλαμικό Τζιχάντ (Ιερό πόλεμο κατά των μη μουσουλμάνων) είχε αρχίσει να διαμορφώνεται.

Η νεοτουρκική ακροδεξιά (Τζεμάλ, Εμβέρ, Ταλαάτ) εξέφραζε τα προαστικά μουσουλμανικά στρώματα που επιδίωκαν το σταμάτημα τόσο των πραγματικών μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και της απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής. Τον αντεπαναστατικό χαρακτήρα αλλά και «την κοινωνική ανωριμότητα» ξεσκέπασαν «γρήγορα και καθαρά» οι Γερμανοί σοσιαλιστές.15 Η φιλελεύθερη πτέρυγα που εκπροσωπούνταν από τον Πρίγκιπα Σαμπαχαεντίν και είχε την αποδοχή και των προοδευτικών στοιχείων από την ελληνική και αρμενική κοινότητα, θα ηττηθεί από τους στρατιωτικούς. Ο Πρίγκιπας Σαμπαχαεντίν εξέφρασε τις πιο προοδευτικές οθωμανικές δυνάμεις που εμφορούνταν από το πνεύμα του διαφωτισμού και επεδίωκαν τη διαμόρφωση ενός κράτους δικαίου16.

Οι νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ’ αυτό των Τούρκων. Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών θα είναι οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, θα επιδιώξουν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών και αφετέρου, την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των ανταγωνιστών τους, δηλαδή, μεταξύ των ντόπιων πληθυσμών, των Ελλήνων και των Αρμενίων.17 Ο γερμανικός καπιταλισμός εισδύει στη μικρασιατική ενδοχώρα επιχειρώντας να εξαρτήσει την αγροτική οικονομία μέσω της Γερμανικής Τράπεζας (Deutsche Bank). Παράλληλα αναλαμβάνει τον έλεγχο του νεοτουρκικού στρατεύματος. Η Λούξεμπουργκ που είχε καταγγείλει «την εσωτερική κοινωνική ανωριμότητα της νεοτουρκικής κυβέρνησης και τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα» αναφέρει: «Ο τουρκικός μιλιταρισμός γίνεται εξάρτημα του πρωσικού-γερμανικού μιλιταρισμού… η αναλαμβανόμενη από τη Γερμανία προσπάθεια αναγέννησης της Τουρκίας, ήταν μια καθαρή τεχνική προσπάθεια γαλβανισμού ενός πτώματος…»18

Οι απόψεις των μπολσεβίκων ηγετών για τους Νεότουρκους και τον κεμαλισμό ήταν διφορούμενες, περιέχοντας στοιχεία αποδοχής αλλά και επιφύλαξης. Ο Λένιν και ο Τρότσκι σε κείμενά τους στα 1910-1912 υποστήριζαν πως οι Νεότουρκοι αποτελούσαν ένα επαναστατικό αστικό κίνημα, που όμως έτεινε προς συμβιβασμό με την παλιά φεουδαρχική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.19 Όμως αργότερα η επίσημη σοβιετική άποψη θα είναι απορριπτική των Νεότουρκων. Στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια θα αναφερθούν, μερικές δεκαετίες αργότερα, ως “πλαστογράφοι της ιστορίας” και εμπνευστές του “σωβινιστικού δόγματος” του παντουρκισμού.20

Η πολιτική της γερμανικής Δεξιάς εντάσσεται σε μια προαστική προσπάθεια κυριαρχίας των τοπικών φεουδαρχών και γαιοκτημόνων και στο σημείο αυτό συναντά και συμπορεύεται με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, το οποίο επίσης είχε προαστικά, αντι-εκσυγχρονιστικά και φεουδαρχικά χαρακτηριστικά και βάσιζε την πολιτική του σε έναν ακραίο φυλετικό λόγο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής επιδιώκοντας την καταστροφή των μεσοαστικών στρωμάτων και την ιδιοποίηση του πλούτου που αυτά είχαν παράγει. Αυτή ήταν μια από τις θεματικές που θα ενσωματωθούν, μέσα στο φόντο των εξελίξεων του Μεσοπολέμου, στο φαινόμενο του Ναζισμού.21

Σε ιδεολογικό επίπεδο, η ακροδεξιά πτέρυγα των Νεότουρκων που θα καταλάβει την εξουσία με το στρατιωτικό κίνημα του 1908, εμπνέεται από το γερμανικό φυλετικό ρομαντισμό. Η περίπτωση του Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp) αποτελεί μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ενός διανοούμενου, επηρεασμένου από το ρομαντικό και φυλετικό εθνικισμό. Υπήρξε ο πατέρας του ιδεολογικού ρεύματος του παντουρκισμού, ως Νεότουρκος συνέβαλε διοικητικά στην οργάνωση του σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης των χριστιανικών λαών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και στο τέλος ανέλαβε την ιδεολογική ανασυγκρότηση της εθνικιστικής Τουρκίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.22 Ο Ziya Gökalp πρότεινε ανοιχτά την υπέρβαση της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη μετατροπή των ομάδων που ζούσαν σ’ αυτήν σ’ ένα συμπαγές ομοιόμορφο τουρκικό σώμα.23

Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του A Shameful Act, υποστηρίζει ότι ο Gökalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την επίδειξη της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gökalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια». Χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία για να εμφυσήσει τις ιδέες του στο μουσουλμανικό οθωμανικό πληθυσμό και ενσωμάτωσε με ένα ακραία εργαλειακό τρόπο τα σχήματα του Νίτσε. Όπως γράφει σε ποίημά του: «Ο ύψιστος Θεός έπλασε τον Τούρκο ανώτερο». Παράλληλα τονίζει την υπερηφάνεια της θρησκευτικής ομολογίας, ενσωματώνοντας το Ισλάμ στην εξυπηρέτηση του εθνικιστικού φαντασιακού: «Κι αν δεν έχουμε επιστήμη, έχουμε το Κοράνι»24.

Στην περίπτωση του Gökalp συναντούμε μια πρωτόλεια εκδοχή της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, όπου βασικό ρόλο στην τελική διαμόρφωσή της –όπως και της νεοτουρκικής βεβαίως σε πολύ απλοϊκότερη εκδοχή– έχουν οι απόψεις του Νίτσε, οι οποίες εκχυδαΐστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εργαλειακά. Στη ναζιστική ρητορική εντάσσεται ο θαυμασμός του Νίτσε για τη σκληρότητα, τη δύναμη, τον υπεράνθρωπο, όπως και η λατρεία του για τον ανώτερο άνθρωπο που συμβαδίζει με την επιθυμία εξαφάνισης των ξεπεσμένων φυλών. Ακριβώς το ίδιο παρατηρείται στο έργο του Gökalp. Χαρακτηριστική είναι η παραδοχή του ιδίου στο περιοδικό «Yeni Hayat» τo 1911, όπου περιέγραφε το νέο άνθρωπο της νεοτουρκικής Νέας Τάξης: «Οι Τούρκοι ήταν οι “υπεράνθρωποι” που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche… Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή…» Έναν τέτοιο «υπεράνθρωπο», Γερμανό αυτή τη φορά, θα ονειρευτεί ο Αδόλφος Χίτλερ 15 χρόνια αργότερα. Όπως η προπαγάνδα του Χίτλερ είχε βασιστεί σε κώδικες με τους οποίους οι γερμανικές μάζες ήταν απολύτως συμφιλιωμένες, έτσι και ο τουρκικός εθνικισμός θα βασιστεί στους θρησκευτικούς κώδικες τους οποίους αποδέχονταν οι μουσουλμανικές μάζες.

Ο φυλετισμός, που βρήκε το αποκορύφωμά του στη ναζιστική ρητορική και ενυπήρχε στην κουλτούρα της γερμανικής Δεξιάς, καλλιεργήθηκε συστηματικά από τους Νεότουρκους εθνικιστές. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1911 είχαν αποφασίσει την καταπίεση και την εξόντωση των χριστιανικών κοινοτήτων της Αυτοκρατορίας.25

Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η Επιτροπή θα ξεκινήσει τη δράση της με τους Έλληνες της Ιωνίας. Ο Taner Aksam γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας… Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Gökalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ένα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».26

Οι Μικρασιάτες σοσιαλιστές

Το νεοτουρκικό κίνημα του 1908 αντιμετωπίστηκε από τον Γεώργιο Σκληρό –που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου– και τον Δημήτρη Γληνό –από τη Σμύρνη της Ιωνίας– ως ένα απειλητικό εθνικιστικό κίνημα μιας στρατιωτικής γραφειοκρατίας, η οποία απειλούσε τα ζωτικά συμφέροντα των υπόδουλων λαών. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι και οι δύο προέρχονται από το μικρασιατικό σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο ανδρώθηκε συγκρουόμενο με την αυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Δημήτρης Γληνός γράφει με εξαιρετική οξυδέρκεια: «Εύρομεν ότι ο μόνος τρόπος αμύνης των μη Τούρκων κατά του επιδιωχθησομένου αμειλίκτως εκτουρκισμού είνε η συστηματική διοργάνωσίς των ως πολιτικών παραγόντων… η μόνη ultima ratio κατά του εσχάτου κινδύνου των εν Τουρκία Χριστιανών… είνε η στρατιωτική και ναυτική οργάνωσις η σκόπιμος και τελεία και επί ωρισμένου σχεδίου προπαρασκευή προς δράσιν των περί την Τουρκία χριστιανικών κρατών… Η τουρκική αστική τάξις θα φανή συμβιβαστική μόνον, εάν γνωρίζει ότι απέναντί της έχει ωργανωμένους και ισχυρούς αντιπάλους, έτοιμους να αναλάβωσι τον περί πάντων αγώνα»27.

Ο Γεώργιος Σκληρός θεωρούσε ότι: «…Μόνο μια γενική ένωση όλων των μη τουρκικών στοιχείων σε ένα πολιτικό συνασπισμό και μια ανάλογη πανβαλκανική συμμαχία και επιμαχία των κρατών του Αίμου, θα μπορέσει να ισοφαρίση τις δυνάμεις του μουσουλμανικού τουρκικού όγκου, και να βάλη από τη μια τις σωβινιστικές υπερβολές των Νεότουρκων σε ομαλά όρια, και από την άλλη να υποδείξη σε μερικές μεγάλες Δυνάμεις, πώς το ζήτημα της Ανατολής είναι μονάχα ζήτημα των λαών της, που έχουν πια αρκετά χειραφετηθή, ώστε να βρουν μόνοι τους τα κατάλληλα μέσα για την περιφρούρηση των εθνικών τους δικαιωμάτων, δηλαδή αυτού του πολιτισμού ολάκερης της Ανατολής».28

Παρόμοια προσέγγιση είχε και η εφημερίδα Ο Λαός που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη από τον Νίκο Γιαννιό: «Σήμερα με το τουρκικό σύνταγμα, αν έχετε ακόμα τα ίδια μυαλά, αν προσπαθάτε με το φανατισμό και με τον τουρκισμό να πνίξετε κάθε ξέχωρη εθνική ζωή, θα χυθεί αίμα πολύ κι από τα δύο μέρη και η Ευρώπη θα σας καθήσει στο σβέρκο. Τούρκοι που τυραννάτε τους λαούς της Αυτοκρατορίας, να μάθετε πως κανένας λαός δεν είναι τόσο πρόστυχος, τόσο ελεεινός, που να δέχεται να τυραννιέται και να κυβερνιέται από τον τύραννό του, τον ξένο, τον αλλόφυλο. Και τότες πια, σα δε σωφρονιστείτε, θα διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και η Τουρκία θα σβήσει».29

Η επιρροή στο ελλαδικό κομμουνιστικό κίνημα

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ θα λάβει χώρα στις 4-10 Νοεμβρίου του 1918, στο οποίο συμμετέχουν περί τα χίλια άτομα, μεταξύ αυτών και κάποιοι εκπρόσωποι Μικρασιατών εργατών.45 Στο συνέδριο αυτό θα παρθούν σημαντικές αποφάσεις για τα «Βαλκανικά Ζητήματα». Συγκεκριμένα υπερψηφίστηκε η θέση:

«Προς επίλυσιν των εκκρεμών ζητημάτων ά ενδιαφέρουν την Βαλκανικήν και ειδικώς τη χώρα μας, το συνέδριον προτείνει:

1) Την παροχή πλήρους ελευθερίας εις τους πληθυσμούς των νήσων Κύπρου, Ίμβρου, Λήμνου, Τενέδου, Σαμοθράκης και Δωδεκανήσων και Καστελορίζου, καθώς και της Β. Ηπείρου να καθορίζουν την τύχη των.

2) Πλήρες δικαίωμα παλινοστήσεως και αποζημιώσεως (δια καταστροφάς τας οποίας υπέστησαν) δια τους βίαια εκδιωχθέντες διαφόρους προσφυγικούς πληθυσμούς των βαλκανικών χωρών και της Μικράς Ασίας, ανεξαρτήτων φυλής, εις τους οποίους να παρασχεθούν τα μέσα επιστροφής.

3) Το σημερινό κράτος [σ.τ.σ. Οθωμανική Αυτοκρατορία] να μεταβληθεί εις μίαν ομοσπονδίαν αποτελουμένην εξ αυτόνομων βιλαετίων δημοκρατικώς οργανωμένων, ώστε οι εθνικότητες της Ανατολής να λάβουν αυτόνομον βίον και ούτω να εισέλθουν εις την Βαλκανικήν δημοκρατικήν ομοσπονδία».

Παρόμοια και πολύ πιο έντονη είναι η θέση άλλων ελληνικών κομμουνιστικών οργανώσεων που απαρτίζονται από Έλληνες της Μικράς Ασίας, που γνωρίζουν την πραγματικότητα της περιοχής. Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση της «Ελληνικής Κομμουνιστικής Ομάδας Οδησσού», που καθοδηγείται από τον Παναγιώτη Τομπουλίδη, Πόντιο πρόσφυγα από το Καρς του Καυκάσου. Η «Ελληνική Κομμουνιστική Ομάς Οδησσού» χρησιμοποιεί σαν βασικό αντεπιχείρημα στην επέμβαση του ελληνικού στρατού κατά των μπολσεβίκων, την ιμπεριαλιστική στάση της τσαρικής Ρωσίας που απειλούσε τις ελληνικές περιοχές της Ανατολής. Στην προκήρυξη που μοιράζει στον ελληνικό στρατό που συμμετέχει στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία της Αντάντ, γράφει ότι ο τσαρισμός «...ήθελε να πάρει την Τραπεζούντα, την Μικρασία και την Κων/πολη ακόμα».46 Θεωρεί αυταπόδεικτα τα ελληνικά δικαιώματα στις περιοχές αυτές.

Η ένταξη του ΣΕΚΕ στην Κομιντέρν αρχίζει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η κρίση στην Ανατολή. Η βασική του θέση, όπως ψηφίστηκε στο ιδρυτικό συνέδριο, θα αγνοηθεί. Η προσέγγισή του για τον μικρασιατικό πόλεμο διαμορφώνεται πλέον από την απόφαση της Κομιντέρν που έφτασε στην Αθήνα το Μάρτη του 1920 γραμμένη στα γερμανικά υπό τον τίτλο: «Thesen und Resolutionen des zweites Weltkongresses der Kommunistischen Internationale».47 Αποφασιστική είναι η επίδραση των Εβραίων σοσιαλιστών της Θεσ/νίκης και της σοσιαλιστικής οργάνωσης Φεντερασιόν. Ο G. Haupt, ο οποίος προλογίζει την αυτοβιογραφία του Αβραάμ Μπεναρόγια, ερμηνεύει την απόλυτα διεθνιστική θέση των Εβραίων σοσιαλιστών, από την «ειδική τους κατάσταση και απομόνωση».48

Από τις επίσημες αναλύσεις του ΣΕΚΕ λείπει πλέον ολοκληρωτικά και η παραμικρή αναφορά στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολής. Το μόνο που υπάρχει είναι τα συμφέροντα της «αγγλογαλλικής κεφαλαιοκρατίας».49 Το ΣΕΚΕ θεωρεί ότι το επιχείρημα της απελευθέρωσης των «υπόδουλων αδελφών» (τα εισαγωγικά του ΣΕΚΕ) είναι μόνο για μεγαλύτερη εκμετάλλευση του λαού από τους αστούς και βάθεμα της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους. Και καλεί «τους εργάτας και χωρικούς της Ελλάδος» σε αντιπολεμικό αγώνα για την «οριστικήν επικράτησιν της σημαίας μας, δια την οριστικήν απολύτρωσίν μας από κάθε είδους ζυγόν, από κάθε εκμετάλλευσιν».50 Ο Σταυρίδης ανα- φέρει, ωστόσο, ότι σε μεταξύ τους συζητήσεις θεωρούσαν ότι ήταν «εκστρατεία απελευθερωτική ελληνικών πληθυσμών και ελληνικών εδαφών εφ’ όσον περιωρίζετο εις τα εδάφη της Συνθήκης των Σεβρών». Ακόμα και ερωτήματα έμπαιναν «γιατί δεν έρχεται εδώ να μας βοηθήσει με στρατόν της [σ.τ.σ. η Αγγλία] με αποβάσεις εις τον Εύξεινον Πόντον. Δια να κτυπήσει αμέσως τον Κεμάλ να τελειώνωμεν».51

Η αντιπολεμική εκστρατεία του ΣΕΚΕ άρχισε με τη δημοσίευση σκληρών άρθρων κατά του πολέμου στην εφημερίδα Η φωνή του εργάτη. Είχε προηγηθεί έκκληση της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, η οποία βρισκόταν υπό βουλγαρικό έλεγχο, προς τους κομμουνιστές στρατιώτες να αντισταθούν στην εκστρατεία. Σταθμό στην αντιπολεμική στρατηγική αποτελεί η εκλογική συμμαχία με την, επίσης αντιπολεμική, αντιβενιζελική βασιλική παράταξη. Τα συνθήματα ήταν: «Οίκαδε», «επιστροφή από το μέτωπο», «αποχώρηση του στρατού από τη Μικρά Ασία». Διαμορφώθηκε στην Ελλάδα ένας αντιμικρασιατικός, αντιπολεμικός χώρος. Η προεκλογική ρητορική του κόμματος «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» του Γούναρη ήταν απολύτως συμβατή με την αντίστοιχη ρητορική του ΣΕΚΕ. Αποκαλυπτικό γεγονός της παράδοξης εκείνης συνάντησης μοναρχικών και παλαιοελλαδιτών κομμουνιστών, υπήρξε μια κομμουνιστική προεκλογική συγκέντρωση (Οκτώβρης 1920). Για την προεκλογική αυτή συγκέντρωση που έγινε από το ΣΕΚΕ(Κ) στην Αθήνα, ο Κορδάτος μας ενημερώνει ότι έλαβαν μέρος 50.000 διαδηλωτές: «Δεν ήταν όμως κομμουνιστές όλοι. Ήταν αντιβενιζελικοί. Φοβόνταν να οργανώσουν δική τους διαδήλωση και πήραν μέρος στην κομμουνιστική. Γι’ αυτό ξελαρυγγιάζονταν φωνάζοντας: Κάτω ο Βενιζέλος, Κάτω ο πόλεμος… Μερικές κυρίες απ’ τα μπαλκόνια των ξενοδοχείων της Πλατείας Συντάγματος “έραιναν με άνθη” τους διαδηλωτές και ήταν γελαστές και χαρούμενες. Φώναζαν μάλιστα “μπράβο παιδιά. Σφυρί δρεπάνι”. Φυσικά ήταν φανατικές βασιλικές». Μας πληροφορεί επίσης ότι την εκδήλωση του ΣΕΚΕ(Κ) παρακολούθησαν κάποια στελέχη του μοναρχισμού όπως οι Γεώργιος Βλάχος, Νίκος Κρανιωτάκης και μας ενημερώνει ο Κορδάτος ότι: «Ήταν και αυτοί χαρούμενοι και δυο τρεις φορές χειροκρότησαν το ρήτορα Ευ. Παπαναστασίου».52 Ο Ελευθέριος Σταυρίδης αναφέρει ότι κατά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 πολλοί μοναρχικοί διπλοφήφισαν το ΣΕΚΕ και την Ηνωμένην Αντιπολίτευσιν του Γούναρη.

Σημειώσεις
12. Βασίλης Νότης, ό.π., σελ. 36.
13. Τεκίν Αλπ, Το τουρκικό και παντουρκιστικό ιδεώδες, έκδ. Αρμενικοί Ορίζοντες, Αθήνα, 1992, σελ. 78-79.
14. Celal Bayar, Ben de yazdim. Milli mucadeleye giris, τόμ. 5, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Baha, 1967, σελ. 1572-82.
15. Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Η δραστηριότητα των γερμανών ιμπεριαλιστών στην Τουρκία», περ. Οι Λαοί, τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 56-62.
16. «…Εγκαινίασε (ο Σαμπαχαεντίν) ένα πρόγραμμα μετεξέλιξης της Αυτοκρατορίας σε μια “πολυπολιτισμική” κοινωνία, που θα φιλοξενούσε μέσα στο οθωμανικό μωσαϊκό τους διάφορους συμβατούς μεταξύ τους πολιτισμούς. Με την αντίληψη αυτή ιδρύθηκε το Κομιτάτο “Ένωση και Πρόοδος”. Στην οργάνωση αυτή, σε αντίθεση με τις απόψεις του πρίγκιπα Σαμπαχαεντίν (αντεμί μερκετζί: αποκέντρωση), εμφανίστηκε η ομάδα του Αχμέτ Ριζά, που υποστήριζε τον συγκεντρωτικό έλεγχο (κατί μερκετζί) και εισήλθε δυναμικά στην πολιτική με την υποστήριξη των Γερμανών. Το αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση της οργάνωσης…. Η γραμμή του Σαμπαχαεντίν είχε τη μεγαλύτερη μαζική αποδοχή. Παρ’ όλη τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση για κάποια περίοδο, δεν κατάφερε να διαμορφώσει την τελική γραμμή και βαθμιαία απομακρύνθηκε από την εξουσία». Ahmet Oral, «Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα», εφημ. Δρόμος της Αριστεράς, 30 Μαΐου 2011.
17. Για τη γερμανική στάση βλέπε: Γ. Μικρασιανός, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον ελληνισμόν της Τουρκίας, εκδ. Πετράκου, Αθήνα, 1916· Μιχαήλ Ροδά, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, επανέκδοση, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 1995.
18. Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Η δραστηριότητα των γερμανών ιμπεριαλιστών στην Τουρκία», περ. Οι Λαοί, τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 56-62.
19. Είναι χαρακτηριστικές επίσης εδώ οι ανάλογες εκτιμήσεις του Ζινόβιεφ για τον Κεμάλ το Σεπτέμβριο του 1920 στο συνέδριο των λαών της Ανατολής στο Μπακού: «Στην Τουρκία… η σοβιετική κυβέρνηση υποστηρίζει τον Κεμάλ. Δεν ξεχνάμε ούτε για μια στιγμή ότι το κίνημα του οποίου είναι επικεφαλής ο Κεμάλ δεν είναι ένα κομμουνιστικό κίνημα… Ο ίδιος ο Κεμάλ λέει ότι “το πρόσωπο του Χαλίφη και του Σουλτάνου είναι ιερό και απαραβίαστο”. Το κίνημα που επικεφαλής του είναι ο Κεμάλ θέλει να σώσει το “ιερό” πρόσωπο του Χαλίφη από τα εχθρικά χέρια – αυτή είναι η άποψη αυτού του κόμματος» (https://www.marxists.org/history/international/comintern/baku/ch01.htm).
20. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμ. Η1Η2, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, σελ. 637-650.
21. Το φαινόμενο αυτό, η έρευνα για τις πνευματικές ρίζες της ακροδεξιάς πολιτικής, η διαμόρφωση της γερμανικής ιδεολογίας και η προϊστορία της σχέσης της άκρας Δεξιάς με τη μεταμοντέρνα σκέψη αναπτύσσεται υποδειγματικά στο: Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό (πρωτότυπ. τίτλος The Seduction of Unreason), εκδ. Πόλις, 2007.
22. Για τον παντουρκισμό δες το βιβλίο ενός από τους ιδεολογικούς εκπροσώπους του: Tekin Alp, Τhe turkish and pan-turkish ideal, επανέκδοση, Λονδίνο, εκδ. Liberty Press, χ.χ. Εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη το 1915. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 1992. Το παντουρκιστικό φαινόμενο παρουσιάζεται αναλυτικά στη μελέτη: Jacob M. Landau, Ο παντουρκισμός. Το δόγμα του τουρκικού επεκτατισμού, Αθήνα, εκδ. Θετίλη, 1985.
23. Dimitris A. Zeginis, Nationalism and the reality of the nation-state: The case of Greece and Turkey in relation to the European orientation in the two countries”, Ph.D. Thesis, University of Essex, 1993, σελ. 195-203.
24. Aριστοτέλης Μητράρας, Το εθνικιστικό τρίπτυχο. Εκτουρκισμός-εξισλαμισμός-εκσυγχρονισμός στην ποίηση του Ζιγιά Γκιοκάλπ, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2012.
25. “The Salonica Congress. Young Turks and their programme”, εφημ. The Times, Λονδίνο, 3 Οκτωβρίου 1911.
26. Taner Aksam, Mια επαίσχυντη πράξη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σελ. 141.
27. Δημήτρης Γληνός, «Η τουρκική μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 101-134.
28. Γεώργιος Σκληρός, «Το Ζήτημα της Ανατολής», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 77-99.
29. Κεντρικό άρθρο, Λαός, Κωνσταντινούπολη, 18 Ιανουαρίου 1909.
45. Στο Β΄ συνέδριο του ΣΕΚΕ, τον Απρίλιο του 1920, αποφασίζεται η προσθήκη της λέξης «Κομμουνιστικό» στον τίτλο και γίνεται έτσι ΣΕΚΕ(Κ) (Μανώλη Κόρακα, «Ο Ελληνικός συνδικαλισμός». Αναφορά από τον Λιβιεράτο Δημήτρη, Το Ελληνικό Εργατικό Κίνημα 1918-1923, Αθήνα, εκδ. Καρανάση, 1976, σελ. 31, 45.)
46. Παυλίδης Ελευθέριος, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα, εκδ. Σωματείο των εκ Ρωσίας Ελλήνων, 1953, σελ. 57-60.
47. Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Αθήνα, 1953, σελ. 56.
48. Αβραάμ Μπεναρόγια, Η πρώτη σταδιοδρομία του Ελληνικού προλεταριάτου, Αθήνα, εκδ. Κομμούνα, 1986, σελ. 157, 34.
49. Προκήρυξη του «εκτελεστικού συμβουλίου των σοβιέτ των στρατιωτών της Ελλάδος», προς τους «Κομμουνιστές στρατιώτες του μετώπου». Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τόμ. Α΄, σελ. 170.
50. Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, ό.π., τόμ. Α΄, σελ. 104.
51. Ελευθέριος Σταυρίδης, ό.π., σελ. 59, 60.
52. Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 543-544.
* Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ και μαθηματικός. Το παρόν είναι αποσπάσματα από το άρθρο του στη Μαρξιστική Σκέψη τόμ. 14, σελ. 61-85.